Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, έχει αναδειχθεί σε έναν αμφιλεγόμενο ηγέτη για την Ευρώπη, και για πολλούς θεωρείται συγκρίσιμος με τον προκάτοχό του πριν ακριβώς από έναν αιώνα, το διαβόητο ναύαρχο Μίκλος Χόρτι, ο οποίος έθεσε τέλος σε ένα ιστορικό γεγονός που είχε ξεκινήσει κι αυτό το μήνα Μάρτιο κι έχει αφήσει ένα ανεξίτηλο στίγμα.

Το γεγονός αυτό είναι η 100ή επέτειος από το πολιτικό πείραμα της Ουγγρικής Δημοκρατίας των Σοβιέτ, το οποίο στις 113 ημέρες που διήρκεσε είναι ίσως το πιο συμπαγές παράδειγμα της άμεσης άσκησης δημοκρατίας, μέσα από επιτροπές (σοβιέτ) πολιτών, εκτός της Σοβιετικής Ένωσης.

Ένα πείραμα που έληξε άδοξα μετά την επέμβαση των ξένων δυνάμεων, των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, της Αντάντ (Entente), που δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να εξαπλωθεί η ρωσική επανάσταση και στο κυρίως ευρωπαϊκό έδαφος (όπως επιχειρήθηκε εξάλλου και στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ιταλία).

Το ουγγρικό πείραμα ξεκινά στην ουσία από τις 30 Οκτωβρίου 1918, όταν η κυβέρνηση Κάρολι εισήγαγε την καθολική ψηφοφορία κι έθεσε σε εφαρμογή την ελευθερία του Τύπου, των συναθροίσεων και στα χαρτιά τουλάχιστον το οκτάωρο εργασίας.

Στόχος ήταν να ελεγχθούν οι κερδοσκοπικές επιχειρηματικές δραστηριότητες, που, βοηθούντος του υψηλού πληθωρισμού, αύξαναν τα κέρδη των πλουσίων εις βάρος του πληθυσμού, που μαστιζόταν από την ανεργία και την ακραία φτώχεια — όπως και στη γειτονική ηττημένη Γερμανία της Βαϊμάρης.

Από τις 24 Νοεμβρίου του ιδίου έτους το νεοϊδρυθέν ΚΚ, υπό το συνοδοιπόρο του Λένιν στη ρωσική επανάσταση Μπέλα Κουν, αποδύθηκε σε έναν πολιτικό αγώνα για την κοινωνική κατοικία και την εγγυημένη εργασία, σχηματίζοντας επιτροπές στα εργοστάσια, με στόχο τον έλεγχο της διεύθυνσης και της παραγωγής τους απευθείας από τους εργάτες, ενώ εντείνονται και οι κινητοποιήσεις στον αγροτικό τομέα.

Στις 7 Δεκεμβρίου εκδίδεται και το πρώτο τεύχος της εφημερίδας του κόμματος Κόκκινη Εφημερίδα, «Veres Újság».

Η αντίδραση των Σοσιαλδημοκρατών, με αφορμή και ορισμένα επεισόδια σε διαδηλώσεις, ήταν να αποκλείσουν το ουγγρικό ΚΚ από το Συμβούλιο των Εργατών Βουλευτών στη Βουδαπέστη και, στηρίζοντας την κίνηση της κυβέρνησης, να καταστρέψουν το τυπογραφείο της εφημερίδας και να συλλάβουν πολλά μέλη του κόμματος στις 21 Φεβρουαρίου 1919.

Μπροστά σε τούτη την καταστολή, οι κοινωνικές αντιδράσεις πολλαπλασιάστηκαν με απεργίες και συγκεντρώσεις, με αίτημα την αποφυλάκιση των συλληφθέντων ηγετών. Πολλά εργατικά σωματεία διασάλπισαν την ανάγκη να υπάρξει συμμαχία με τους κομμουνιστές και ξεκίνησαν να καταλαμβάνουν την εξουσία σε πολλά τοπικά διαμερίσματα, παύοντας μάλιστα τους κυβερνήτες σε 11 περιφέρειες και δίνοντας το σύνθημα για μια γενικευμένη εξέγερση.

Η κυβέρνηση Κάρολι παρέδωσε την εξουσία στους Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι με τη σειρά τους πρότειναν στο ΚΚ τη συμμετοχή του σε ένα ενιαίο κόμμα, σε μια προσπάθεια να το ποδηγετήσουν πολιτικά.

Στις 11 Μαρτίου ο Μπέλα Κουν αποδέχθηκε την πρόταση των Σοσιαλδημοκρατών, θέτοντας τους δικούς του όρους: την προκήρυξη της «σοβιετικής» δημοκρατίας της Ουγγαρίας, με την εξουσία να παραχωρηθεί στους εργάτες, τους αγρότες και τους στρατιώτες της χώρας, την αυτοδιάθεση των μειονοτήτων της χώρας και την ένωσή τους σε μια μορφή σοσιαλιστικής ομοσπονδίας, τον αφοπλισμό των αστών και τη δημιουργία Κόκκινου Στρατού και Πολιτοφυλακής, την εθνικοποίηση των βιομηχανιών με πάνω από 20 εργάτες, των τραπεζών, των μέσων μεταφοράς, των εξαγωγών, την απαλλοτρίωση μεγάλων αγροτικών εκτάσεων —είτε ανήκαν σε ιδιώτες είτε στην εκκλησία— και την κολεκτιβοποίησή τους, το διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας και σχολείου-εκκλησίας, τη βελτίωση των βιοτικών συνθηκών και τη σύναψη σχέσεων με τη Σοβιετική Ρωσία.

Υπό τη λαϊκή πίεση οι Σοσιαλδημοκράτες δέχθηκαν. Στις 21 Μαΐου ιδρύθηκε το ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ουγγαρίας, ανοίγοντας το δρόμο για τη Σοβιετική Δημοκρατία της Ουγγαρίας, υπό το σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό Σ. Γκάρμπαϊ, τον Μπέλα Κουν ως ΥΠΕΞ και το μεγάλο φιλόσοφο Γκιόργκι Λούκατς ως υπουργό Δημόσιας Εκπαίδευσης, ενώ στις 7 Απριλίου εξελέγησαν οι πρώτες επιτροπές στους τοπικούς, εργασιακούς και πολιτικο-διοικητικούς θεσμούς της χώρας.

Την επιτάχυνση της ουγγρικής επανάστασης επιτάχυνε η εχθρική στάση των νικητριών δυνάμεων της Δύσης, οι οποίες στις 20 Μαρτίου επέδωσαν ένα σκληρό τελεσίγραφο στην Ουγγαρία για την αποδοχή νέων συνόρων, που θα έθεταν πολλές περιοχές της χώρας υπό ξένο έλεγχο.

Αμέσως μετά την εκλογή των Σοβιέτ εφαρμόστηκε η πολιτικο-διοικητική μεταρρύθμιση: εφαρμόστηκε στην πράξη το οκτάωρο, οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 25%, επιτάχθηκαν κατοικίες για να στεγαστούν οι άστεγοι (μόνο στη Βουδαπέστη βρήκαν στέγη 30.000 οικογένειες).

Οι εργαζόμενοι απέκτησαν κοινωνική ασφάλιση, πληρωμένες διακοπές, δωρεάν ιατρικές υπηρεσίες, θεσπίστηκε το μέτρο της υποχρέωσης στην εργασία (εξόν από ανηλίκους κάτω των 14 ετών), ενώ προβλέπονταν ίσα εργασιακά δικαιώματα για τις γυναίκες.

Το σχολείο έγινε πλήρως λαϊκό, ενώ ιδρύθηκαν πανεπιστήμια, σχολεία, νηπιαγωγεία και δημόσιες βιβλιοθήκες και προγράμματα εκπαίδευσης ενηλίκων. Ειδικά προγράμματα καταρτίστηκαν για την καταπολέμηση της παιδικής εγκληματικότητας και της αλητείας, ενώ ο αθλητισμός καθιερώθηκε ως δικαίωμα όλων των πολιτών.

Τα δικαιώματα κάθε μειονότητας διά νόμου γίνονταν σεβαστά, ενώ καθιερώθηκε το καθολικό δικαίωμα στην ψήφο από την ηλικία των 18 ετών, ενώ τον Ιούνιο θεσπίστηκε και το Σύνταγμα, ένα από τα πιο φιλελεύθερα και πρωτοποριακά στην ιστορία.

Μολαταύτα, το πείραμα της Ουγγαρίας δεν έμελλε να δει εάν οι ριζικές του μεταρρυθμίσεις επρόκειτο να καρποφορήσουν: την 1η Αυγούστου 1919 η σοβιετική κυβέρνηση πέφτει υπό τα συνδυασμένα πλήγματα των δυνάμεων της Αντάντ και των αντεπαναστατικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης.

Η χώρα βρίσκεται αίφνης με δύο κυβερνήσεις: τη μία στη Βουδαπέστη υπό τον Αρχιδούκα Ιωσήφ και την άλλη στο Τσέγκεντ υπό το ναύαρχο Χόρτι και τις 8.000 άνδρες του.

Μετά την αποχώρηση, κατόπιν πιέσεων της Αντάντ, του Αρχιδούκα, ο χριστιανοσοσιαλιστής Χούτσαρ σχηματίζει κυβέρνηση εθνικής ενότητας με στόχο τη διεξαγωγή εκλογών, στις οποίες θα συμμετείχαν όλα τα κόμματα πλην των κομμουνιστών.

Ο Χόρτι και τα στρατεύματά του εισέρχονται στη Βουδαπέστη, στις 16 Νοεμβρίου, και ο ίδιος, μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 1920 και την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης την 1η Μαρτίου, αναδεικνύεται ηγέτης της χώρας, εγκαθιστώντας ένα φασιστικό καθεστώς πριν ακόμη από τον Μουσολίνι στην Ιταλία. Αργότερα, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έμελλε να συνεργαστεί με τις χιτλερικές δυνάμεις.

(Πηγή πληροφοριών: ΑΠΕ – ΜΠΕ)

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο