«Πόλεμο» μεταξύ της ΕΛ.ΑΣ. και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έχει προκαλέσει η επόμενη ημέρα των καταστροφών στο εκπαιδευτικό ίδρυμα με τις δύο πλευρές να επιρρίπτει η μία τις ευθύνες στην άλλη και για μια ακόμη φορά οι μοναδικοί χαμένοι να είναι οι σπουδαστές που είδαν του χώρους που θα διδάσκονται να γίνονται έρμαιο στα χέρια «μπαχαλάκηδων» και την πολιτεία να είναι ανήμπορη να αντιδράσει

Διαψεύσεις επί διαψεύσεων έρχονται να περιπλέξουν την κατάσταση όσον αφορά την «έγκαιρη» ενημέρωση και δράση της ΕΛ.ΑΣ σχετικά με τις καταστροφές στη Θεολογική Σχολή.

Σύμφωνα με την αστυνομία, αφενός το έγραφο του ΑΠΘ που εστάλη εκείνη την ημέρα ενημέρωνε για την κατάληψη, ωστόσο αυτό δεν αποτελεί κακουργηματική πράξη για να παρέμβει η αστυνομία. Αφετέρου, όταν το βράδυ διαπιστώθηκε από τους ίδιους τους αστυνομικούς ότι τελούνται κακουργηματικές πράξεις, για τις οποίες η αστυνομία υποστηρίζει ότι δεν ενημερώθηκε από την Πρυτανεία, επενέβησαν τα ΜΑΤ.

Σημειώνεται ότι το ΑΠΘ με την ανακοίνωση που εξέδωσε διέψευσε το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο με ανακοίνωσή την Παρασκευή ανέφερε ότι «δεν είχε προηγηθεί σχετική ενημέρωση από τις αρμόδιες Πρυτανικές Αρχές, μέχρι που ολοκληρώθηκαν οι πορείες στην πόλη, για τα αδικήματα που διαπράττονταν εντός του χώρου του ΑΠΘ».

Ειδικότερα, στην ανακοίνωση το Αριστοτέλειο τονίζει πως «πέραν των σχετικών τηλεφωνικών επικοινωνιών με αρμόδιους Εισαγγελικούς και Αστυνομικούς λειτουργούς, στάλθηκε έγκαιρα και έγγραφη ενημέρωση για την κατάληψη της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ και πρόσκληση για παρέμβαση για την προστασία της».

 

Συγκεκριμένα, το βράδυ της Παρασκευής η αστυνομία με ανακοίνωση που είχε εκδώσει σημείωνε ότι οι αστυνομικές δυνάμεις εισήλθαν στο χώρο του Πανεπιστημίου αμέσως μόλις διαπίστωσαν να διαπράττονται αδικήματα που δικαιολογούν τέτοια παρέμβαση και ότι παρέμειναν στον χώρο πέραν της μίας ώρας, συνεπικουρώντας παράλληλα το έργο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.

Από το ΑΠΘ επισημάνθηκε όμως ότι με το υπ. Αριθμ. Πρωτ. 11333/6-12-18 έγγραφο, που στάλθηκε ηλεκτρονικά στις 11:16 το πρωί της 6/12/2018, ενημερώθηκαν η Εισαγγελία Πρωτοδικών και η Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης για την κατάληψη του κτιρίου της Θεολογικής από αναρχικούς, την αδυναμία εισόδου μελών του ΑΠΘ, και την αδυναμία λειτουργίας της Σχολής.

Το έγγραφο καταλήγει με πρόσκληση για ενέργειες, αναφέροντας επί λέξει: «Παρακαλούμε για τις ενέργειες σας για την προστασία των δημοσίων κτιρίων του ΑΠΘ».

«Είναι πράγματι σοβαρό θέμα όταν θεσμικοί φορείς της Ελληνικής κοινωνίας, όπως το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, εκδίδουν ανακοινώσεις ενημέρωσης της κοινής γνώμης, που διαψεύδονται με αδιαμφισβήτητο τρόπο από τα γεγονότα που έχουν συμβεί» ανέφερε χαρακτηριστικά το ΑΠΘ.

Ωστόσο, λάδι στη φωτιά ήρθε να ρίξει το απόγευμα του Σαββάτου το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, το οποίο μέσω… πηγών του, ρίχνει την ευθύνη στην πρυτανεία του Πανεπιστημίου, η οποία όπως αναφέρει δεν ακολούθησε τις διαδικασίες που προβλέπονται από τον νόμο Παρασκευόπουλου, όπου θα μπορούσαν όλα αυτά να έχουν αποφευχθεί.

Οι πηγές του υπ. Προστασίας του Πολίτη, σημειώνουν πως αρκούσε απλά η πρυτανεία να… στείλει ένα email για τα όσα συμβαίνουν στην Θεολογική και οι αρχές θα είχαν κάνει την δουλειά τους.

«Στη 12μελή »επιτροπή για την μελέτη των ζητημάτων της ακαδημαϊκής ελευθερίας», που συνέστησε το Υπουργείο Παιδείας και στην οποία ήταν πρόεδρος ο Νίκος Παρασκευόπουλος συμμετείχαν μέλη της Ακαδημαϊκής Κοινότητας (μεταξύ των οποίων καθηγητές του ΑΠΘ και ο Πρύτανης του ΑΠΘ Π.Μήτκας), καθηγητές νομικής, εγκληματολογίας, αντεισαγγελέας, εκπρόσωπος της Αστυνομίας κ.ά.

Αν όσοι λοιδορούσαν το πόρισμα της »επιτροπής Παρασκευόπουλου» για τα Πανεπιστήμια, το εφάρμοζαν τότε ζητήματα επικοινωνίας και συντονισμού όπως για τα πρόσφατα γεγονότα στο ΑΠΘ θα είχαν επιλυθεί.

Συγκεκριμένα, στο Κεφάλαιο 4, παράγραφος (α) υπάρχει πρόνοια για περιπτώσεις που κλονίζεται η ηρεμία του Πανεπιστημιακού χώρου. Προτείνεται η επικοινωνία μέσω email των αρμοδίων πρυτανικών αρχών-αστυνομίας-εισαγγελέα για τον συντονισμό τους και τη λήψη αποφάσεων. Τόσο απλά» αναφέρουν οι «πηγές» του υπουργείου.