Μία από τις μεγαλύτερες πληγές που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία και κοινωνία, είναι η φυγή των νέων ανθρώπων στο εξωτερικό κατά την διάρκεια της κρίσης, που ισοδυναμεί με διαρροή, έμψυχου δυναμικού, γνώσεων και καινοτομίας που θα μπορούσαν να ενισχύουν το ΑΕΠ της χώρας.

Πλέον τα τελευταία χρόνια, η τάση αυτή έχει συνδυαστεί με την φυγή μικρομεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων στα πλαίσια ενός business drain, παρά τις προσπάθειες της ελληνικής οικονομίας να επανέλθει σε μία κανονικότητα.

Η έλλειψη ανταγωνισμού, το ασφυκτικό φορολογικό πλαίσιο, οι υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές, το ενεργειακό κόστος, τα υψηλά επιτόκια δανεισμού, η πολιτική αβεβαιότητα και η αδυναμία μεσοπρόθεσμης χρηματοδότησης επενδύσεων, είναι τελικά οι βασικές αιτίες που έχουν οδηγήσει μεγάλες εταιρίες υψηλής κεφαλαιοποίησης να μεταφέρουν την έδρα τους στο εξωτερικό.

Οι περιπτώσεις των Βιοχάλκο, Coca Cola και ΦΑΓΕ είναι χαρακτηριστικές, με πιο συχνή την περίπτωση μεταφοράς έδρας στις Βρυξέλλες ή το Λουξεμβούργο με εισαγωγή στο χρηματιστήριο Euronext που είναι από τα σημαντικότερα στην ΕΕ.

Η συνεχής πτώση του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, η αδυναμία άντλησης κεφαλαίων από την χρηματαγορά, αλλά και η επιφύλαξη των τραπεζών για μεγάλες χρηματοδοτήσεις, έχοντας το βάρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, έκαναν τις διοικήσεις των μεγάλων εταιριών να πάρουν την σκληρή απόφαση να μετοικήσουν στο εξωτερικό, αφήνοντας ακόμα κάποιες παραγωγικές δραστηριότητες στην χώρα, κυρίως για λόγους ανθρώπινου δυναμικού.

Η συγκεκριμένη τάση είναι σαφώς επώδυνη για την ελληνική οικονομία, η οποία χάνει πολύτιμα φορολογικά έσοδα, διατηρώντας έτσι την ανεργία στα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρωζώνη, χωρίς σημαντική απορρόφηση των ανέργων.

Αν μάλιστα αυτό το φαινόμενο συνδυαστεί με τις χιλιάδες μικρές ή πολύ μικρές επιχειρήσεις από την Βόρεια Ελλάδα, οι οποίες έχουν μετακομίσει στην Βουλγαρία με στόχο την φοροαποφυγή, λόγω και τω ν υψηλών εισφορών, ανοίγοντας μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις και παραγωγικές μονάδες στα Βαλκάνια, με χαμηλού κόστους προσωπικό, αντιλαμβάνεται κανείς την ζημιά που έχει συντελεστεί για την ελληνική οικονομία, μέσα από μία διαδικασία στασιμότητας και πλήρους εξάρτησης από τους δανειστές.

Είναι πραγματικά καιρός, τόσο η κυβέρνηση όσο και η πολιτεία συνολικά, να προασπίσουν το επιχειρείν στην χώρα μας και να δώσουν τα κατάλληλα φορολογικά και επενδυτικά κίνητρα, ώστε μεγάλες και σημαντικές επιχειρήσεις να παραμείνουν και να επεκταθούν στην Ελλάδα προασπίζοντας το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος – τραπεζικός

Γράψτε το σχόλιο σας