Έχοντας ήδη μπει για τα καλά σε αυτή την ακήρυκτη προεκλογική εκστρατεία, βλέπουμε τα κόμματα να αντιμετωπίζουν με έναν σχεδόν «οπαδικό» τρόπο τα ΜΜΕ.

Ενδεικτική αυτού του κλίματος η αντιπαράθεση που ξέσπασε σε σχέση με την ΕΡΤ. Με αφορμή ένα οξύ σχόλιο ενός δημοσιογράφου της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, η ΝΔ αποφάσισε να κάνει εμπάργκο στην ΕΡΤ.

Λίγους μήνες πριν, πάνω στην αντιπαράθεση για την τραγωδία στο Μάτι είχαμε την απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να κάνει εμπάργκο στο Σκάι, κατηγορώντας τον για διασπορά ψευδών ειδήσεων. Ποια ήταν η είδηση; Οτι ο πρωθυπουργός θα «ξηλώσει» τον Νίκο Τόσκα και τους αρχηγούς της Πυροσβεστικής και της ΕΛΑΣ. Η κυβέρνηση εξοργίστηκε μιλώντας για fake news, αλλά δεν χρειάστηκαν παρά λίγα 24ωρα για να επιβεβαιωθεί η είδηση.

Είναι προφανές ότι έχει περάσει ο καιρός όπου τα κόμματα αντιμετώπιζαν με φόβο τα ΜΜΕ, θεωρώντας τα ως τη μεγάλη δοκιμασία. Έχει περάσει ακόμη και ο καιρός που τα κόμματα ή τα στελέχη απλώς ήθελαν να έχουν παρουσία δημόσια και ακολουθούσαν την αρχή «δεν υπάρχει κακή δημοσιότητα».

 

Η εμμονή στη «στρατευμένη» ενημέρωση

Σήμερα, η απαίτηση, από όλες τις πλευρές, είναι η ίδια: ενημέρωση «στρατευμένη», με σαφή γραμμή υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης και ευνοϊκή μεταχείριση των πολιτικών: εύκολες ερωτήσεις, καμιά αμφισβήτηση και απλώς «πάσες» στον συνεντευξιαζόμενο πολιτικό να πει το προκατασκευασμένο αφήγημα.

Αυτό αποτυπώνεται και σε έναν κατακερματισμό των ΜΜΕ. Δεν αναφερόμαστε στην ύπαρξη διαφορετικών «γραμμών» ή «παραταξιακών» επιλογών, αυτό είναι σύμφυτο με την έννοια του Τύπου.

Μιλάμε για ένα κατακερματισμό ανάμεσα σε διαφορετικές νησίδες ενημέρωσης, η κάθε μια όχι απλώς με τη δική της άποψη (που θα ήταν απόλυτα θεμιτή) αλλά με τη δική της εκδοχή της πραγματικότητας.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα: στην περίοδο αμέσως μετά την τραγωδία των πυρκαγιών στην Αττική για τα μέσα που ήταν φιλικά στον ΣΥΡΙΖΑ υπήρχε μόνο η αυθαίρετη δόμηση και η κλιματική αλλαγή. Όλα τα άλλα ερωτήματα για τα κενά στην πολιτική προστασία ή την ασυνεννοησία για την εντολή εκκένωσης δεν υπήρχαν. Και μάλιστα, όλα αυτά διατυπωμένα εξαρχής πολεμικά, με καταγγελίες ότι αυτοί που μιλούν για άλλες ευθύνες είναι αυτοί που ευθύνονται για την αυθαίρετη δόμηση.

Εάν κανείς παρακολουθούσε μόνο αυτά τα μέσα, μια ολόκληρη συζήτηση δεν θα την είχε ακούσει καθόλου. Με ανάλογο τρόπο οργανώνεται η συζήτηση για τις συντάξεις ή για το τι είναι η έξοδος από τα μνημόνια.

Από την άλλη, βέβαια, και οι προτάσεις Μητσοτάκη παρουσιάστηκαν συχνά μόνο με θετικό τόνο, χωρίς καμιά προσπάθεια να συζητηθούν οι πιο αντιφατικές πλευρές τους.

Η στοχοποίηση των ΜΜΕ και τα εμπάργκο εντάσσονται σε αυτή την κατεύθυνση, ακριβώς γιατί κατοχυρώνει ένα ιδιότυπο «μάντρωμα» σε συγκεκριμένα μέσα. Εάν δεν πάει το κόμμα εκεί, δεν μπορεί να πάει και ο οπαδός, ή εάν πάει να τα βλέπει με επιφύλαξη και να επιστρέφει στα ασφαλή και «κομματικώς εγκεκριμένα» ΜΜΕ.

 

Ο εχθρός του κακού είναι το χειρότερο

Το παράδοξο είναι τα τηλεοπτικά κανάλια είναι συγκριτικά πιο αντικειμενικά, εξαιτίας και τη εποπτείας από το ΕΣΡ. Αναγκαστικά πρέπει να δώσουν κάποιο χρόνο σε όλα τα κόμματα, ή να συμπεριλάβουν περισσότερες της μίας απόψεις.

Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα σε άλλες κατηγορίες ΜΜΕ. Η διαδικτυακή ενημέρωση είναι ακόμη πιο πολωμένη, με ακόμη πιο επιλεκτική παρουσίαση και γενικευμένη σύγχυση ανάμεσα σε είδηση, γνώμη, σχόλιο, ή απλή «κατασκευή».

Και επειδή ο εχθρός του κακού είναι το… χειρότερο, σε όλη αυτή την πραγματικότητα έρχεται η παράμετρος μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ολοένα και περισσότερο η πύλη προς την ενημέρωση είναι αυτά. Μόνο που εκεί είναι ακόμη χειρότερα τα πράγματα. Κυριαρχεί η κραυγή, η διαστρέβλωση, η επιλεκτικότητα και ενίοτε η απλή φημολογία.

 

Η διάλυση της δημόσιας σφαίρας

Όλα αυτά σημαίνουν ότι δεν έχουμε πια μια ενιαία δημόσια σφαίρα. Η εμφάνιση της δημόσιας σφαίρας ήταν ένα βασικά στοιχεία που όρισαν τη νεωτερικότητα και επέτρεψαν τη συγκρότηση των θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ήταν η διαμόρφωση ενός πεδίου πολυφωνικού, συχνά και με μεγάλες αντιθέσεις, αλλά και ενιαίου στο βαθμό που επέτρεπε μια συζήτηση.

Η κρίση της δημόσιας σφαίρας προφανώς δεν περιορίζεται στα ΜΜΕ και δεν μόνο ελληνικό φαινόμενο. Η μετάλλαξη των κομμάτων σε εκλογικούς – επικοινωνιακούς μηχανισμούς, η παραγωγή του πολιτικού προγράμματος όχι σε παραδοσιακές πολιτικές διαδικασίες αλλά σε ένα ιδιότυπο outsourcing σε κάθε λογής «ειδικούς» (συχνά χωρίς πολιτικό κριτήριο), η απόσταση λόγων και έργων των ίδιων των πολιτικών και η γενικότερη τάση προς την ιδιώτευση συμβάλουν σε αυτή την κατεύθυνση.

Όμως, στην Ελλάδα η τωρινή τάση έντασης αυτού του φαινομένου παράλληλα με έναν χωρίς προηγούμενο κατακερματισμό των ΜΜΕ σε στεγανοποιημένα παράλληλα σύμπαντα, ουσιαστικά αναιρεί την έννοια της δημόσιας σφαίρας.

Την κατάσταση επιτείνει και η συνθήκη κατακερματισμού και εξατομίκευσης μέσα στην ίδια την κοινωνία. Κατά μία έννοια, η περίοδος της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε «μνημόνιο» και «αντιμνημόνιο», με όλες τις στρεβλώσεις τις σχηματοποιήσεις, τη δαιμονολογία και τη συνωμοσιολογία που τη σφράγισαν, ήταν η τελευταία φορά που η ελληνική κοινωνία συζήτησε πραγματικά ένα θέμα.

Η διάλυση αυτού του διπόλου, κυρίως εξαιτίας της απαξίωσης της δυνατότητας να υπάρξει εναλλακτική, και η απογοήτευση που έμεινε ως τελικό αποτέλεσμα, σήμαινε την «απόσυρση» από αυτή τη συζήτηση μεγάλων κομματιών της κοινωνίας που έχασαν τη εμπιστοσύνη τους στη δυνατότητα η πολιτική να προσφέρει λύσεις.

 

Ο κίνδυνος να μη γίνεται πολιτική συζήτηση

Αυτό σημαίνει ότι καθίσταται ανέφικτη η συζήτηση την οποία τόσο έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία σε αυτή τη μεταβατική περίοδο: για το αναπτυξιακό υπόδειγμα, για τους θεσμούς, για το διεθνή προσανατολισμό. Αντ’ αυτού οι διαφορετικές προτάσεις δεν αντιπαρατίθενται μεταξύ τους, δεν υπάρχει πραγματική δοκιμασία, κυριαρχούν οι παράλληλοι μονόλογοι.

Όλα αυτά συνδυάζονται και με ένα επιλεκτικό ενδιαφέρον για όλα αυτά. Οι συνεντεύξεις των πολιτικών αρχηγών στη ΔΕΘ έχουν πάντα ενδιαφέρον γιατί επιτρέπουν μια πιο συνολική και σε βάθος προσέγγιση του τι λέει ένα κόμμα. Πόσοι, όμως, τις παρακολουθούν πια; Πόσοι διαβάζουν τα αναλυτικά ρεπορτάζ; Πόσοι μένουν απλώς στο να «σκρολάρουν» την οθόνη του κινητού για να κρατήσουν μόνο τίτλους και «παράξενες» ή «κραυγαλέες» ιδέες;

Τα κόμματα συχνά βολεύονται σε αυτή την κατάσταση ή νομίζουν ότι βολεύονται. Πιστεύουν ότι έτσι απλουστεύεται η δουλειά τους, απευθύνονται καλύτερα στο «δικό τους» ακροατήριο, σφυρηλατούν την εκλογική τους συσπείρωση. Όμως, δεν αντιλαμβάνονται ότι όσο περισσότερο συντηρούν και επιτείνουν τη διάλυση της δημόσιας σφαίρας, τόσο περισσότερο μειώνουν τη δυνατότητα να έχουν μια πολιτική και ορθολογική σχέση με ένα ακροατήριο που να μπορεί να διευρύνεται. Κοντολογίς πριονίζουν το ίδιο το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται.

Γράψτε το σχόλιο σας