Ακούει κανείς ευκόλως και σε μια συχνότητα που καταγράφεται, δηλαδή ουχί σπανίως, πολιτικούς και δημοσιογράφους εν Ελλάδι, αλλά και εν Κύπρω, να προσανατολίζουν την σκέψη τους ως πολιτική προοπτική μετεξέλιξης, αλλαγής ή ίδρυσης πολιτικού φορέα, στον οποίον οι ίδιοι εμπλέκονται καθοδηγητικά ή εν γένει ηγετικά, στην σοσιαλδημοκρατία. Πρόκειται για μια λαϊκά προσφιλή, γοητευτική εν πολλοίς λόγω κοινωνικής αντίληψης των πολιτικών ευαισθησιών που εκπέμπει η έννοια, πλην όμως ουσία άγνωστη ως προς το αληθινό περιεχόμενό της.

Η άγνοια αναφέρεται κυρίως στις κοινωνικές και ιστορικές ρίζες της έννοιας και της ανωτέρω προσέγγισης πολιτικής ως προς τις προϋποθέσεις πραγμάτωσης και τους πολιτικούς όρους υλοποίησής της. Η σοσιαλδημοκρατία, που παραπέμποντας στην μεγάλη θεωρητικό του σοσιαλισμού, Ρόζα Λούξεμπουργκ, σημαίνει την ικανότητα ενός κράτους, που λειτουργεί με δημοκρατικούς και όχι μαρξιστικούς όρους, να διαμοιράζει τον πλούτο, δηλαδή να αξιοποιεί την παραγωγική ικανότητα της χώρας προς τον λαό, την κοινωνία και τους πολίτες.

Τούτο επέρχεται σε ένα πλαίσιο ισότητας, που δεν άπτεται τόσο στην γνωστή ισότητα ευκαιριών της δημοκρατικής λειτουργίας της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, όσο στον ρυθμιστικό, παρεμβατικό ρόλο του κράτους, που διαθέτει παραγωγικές δομές, δηλαδή πλούτο να αναλαμβάνει σύμπραξη των κοινωνικών φορέων, εργοδοτών και εργαζομένων, επ’ αγαθώ της εθνικής οικονομίας. Πρόκειται για μια διάσταση, που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο υλοποίησης του κοινωνικού συμβολαίου, δηλαδή στο μοίρασμα του παραγόμενου πλούτου στην κοινωνία και δη στην εργατική και πλέον αδύναμη κοινωνική τάξη.

Η παρεμβατική ως άνω λειτουργία του κράτους υπέρ της εργασίας, αλλά και του κεφαλαίου αντιστοίχως, δεν λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο μιας «χριστιανικής» εν προκειμένω αντίληψης αγάπης, που εκδηλώνεται αίφνης από τους εργοδότες προς τους εργαζόμενους, αλλά πραγματοποιείται επί τη βάση της λογικής αντίληψης ότι η συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία των εργαζομένων, καθιστά τις δομές παραγωγής, παραγωγικότερες.

Βασική προϋπόθεση της σοσιαλδημοκρατικής προοπτικής είναι εν προκειμένω το «πλούσιο» κράτος, δηλαδή μια ισχυρή παραγωγική δομή, στην οποία το κράτος παρεμβαίνει αναδιανεμητικά υπέρ των εργαζομένων και του συνόλου εν γένει. Στόχος της κρατικής στρατηγικής είναι η κοινωνικοοικονομική εξισορρόπηση προς την κατεύθυνση της ισότητας και της εξομάλυνσης διαφορών των τάξεων και των διαφόρων κοινωνικών ομάδων υπέρ της ανόδου του κοινωνικού επιπέδου και των κοινωνικών παροχών του λαού.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, διευρυνόμενης της μεσαίας τάξεως, συρρικνούνται ή βαίνουν μειούμενες οι ταξικές αντιθέσεις και διαφορές. Σε μια φτωχή, οικονομικά απισχνασμένη κοινωνία, χωρίς παραγωγικές δομές, όπως η ελληνική, οι δυνατότητες εφαρμογής σοσιαλδημοκρατικών προγραμμάτων είναι σχεδόν μηδαμινές. Ακριβώς γιατί εκείνο που μοιράζεται στα σοσιαλδημοκρατικά συστήματα είναι ο παραγόμενος πλούτος. Τούτου δε, εν Ελλάδι μη υφισταμένου, οι κοινωνίες παραπαίουν ή μεταβάλλονται σε οικονομικές ζώνες εκμετάλλευσης τρίτων ακμαίων χωρών ή μεγάλων δυνάμεων.

Έχει κατ’ επανάληψη τονισθεί και από τον υπογράφοντα πως κατά το ευφυές λεχθέν ενός κόσμου όλων εναντίον όλων ή κατά τον καθηγητή κοινωνιολογίας, Ιωάννη Παπαλέκα «διερχόμεθα αενάως ένα διαρκή παγκόσμιο εμφύλιο κοινωνικοοικονομικό πόλεμο». Τέλος, καθοριστική της σοσιαλδημοκρατίας προϋπόθεση αποτελεί και η συνύφανσή της με το εργατικό κίνημα σε μια ιστορική διαδρομή σχέσεων του πολιτικού φορέα με το συνδικάτο ή τις συντεχνίες εργατών και εργαζομένων γενικώς.

Αυτό για τα ελλαδικά δεδομένα της απουσίας εργατικών θεσμών συντεχνιακής δομής συνδεδεμένων με πολιτικό ή κομματικό φορέα, είναι δυσχερώς πραγματοποιήσιμη λόγω ελλείψεως της βασικής συντεχνιακής συνιστώσας από τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Αντιθέτως στην Κύπρο, όπου υπάρχει εργατικό κίνημα, όπως η ΠΕΟ, που συνδέεται θεσμικοπολιτικά με το ΑΚΕΛ, αυτοαποκαλούμενο και ως κομμουνιστικό κόμμα, η σύμπραξη των δύο εν προκειμένω δεν οδήγησε σε μια σοσιαλδημοκρατική πλατφόρμα πολιτικής της εν γένει δράσης των ως άνω παραγόντων που προβάλλουν συγκεκριμένες ιδέες και προγράμματα στην κοινωνία και στην πολιτική.

Παρά ταύτα, δεδομένης της παγκοσμιοποίησης, όχι μόνο στην οικονομία, αλλά και στα μέσα, στον τομέα των επικοινωνιών, της σύμπραξης κοινωνικών και άλλων ομοειδών φορέων, η συνύφανση των δύο κοινωνικών διαδρομών που αποτυπώνουν κύρια ρεύματα πολιτικής της νεότερης και σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας, εκβάλλει εν τέλει την σοσιαλδημοκρατία ως κοινωνική πρακτική του σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους.

Τούτων λεχθέντων, στην Ελλάδα οι αναφορές περί σοσιαλδημοκρατίας θυμίζουν το λατινικό verba volant, που σημαίνει γίνεται συζήτηση άνευ αντικειμένου, γιατί στην χώρα μας απουσιάζουν οι βασικές παραγωγικές δομές, που συνιστούν τις προϋποθέσεις σύμπραξης εργοδοτών και εργαζομένων, ενώ ταυτόχρονα δεν εμφανίζονται αντίστοιχες δυνατότητες σύζευξης του συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος με την εργοδοσία, απουσιαζούσης σχετικής σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης στην χώρα.

Δεδομένων των συνθηκών που διέπουν την ελληνική κοινωνική και οικονομική τάξη δεκαετίες τώρα, η δυνατότητα ίδρυσης ενός τέτοιου πολιτικού φορέα αληθινής σοσιαλδημοκρατικής δομής, που να ανταποκρίνεται στα ιστορικά πρότυπα της σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης θα προϋπέθετε ισχυρή οικονομική πορεία της χώρας και ταυτόχρονη σύζευξή της με ένα αντιστοίχως ισχυρό συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα.

Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης

Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής

Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών

Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία

Πάντειο Πανεπιστήμιο

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο