Η κατανάλωση ψαριών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν αυξάνει τις πιθανότητες το παιδί που θα γεννηθεί να έχει αυτισμό ή αυτιστικά χαρακτηριστικά σύμφωνα με νέα μελέτη του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ στη Μ. Βρετανία.

Εδώ και χρόνια έχει διατυπωθεί η θεωρία ότι η έκθεση στον υδράργυρο σχετίζεται με την εμφάνιση αυτισμού. Κατά τη διάρκεια της κύησης, ο υδράργυρος διαμέσου του μητρικού αίματος και του πλακούντα φτάνει στο αναπτυσσόμενο έμβρυο, όπου λειτουργεί ως τοξίνη επηρεάζοντας την ανάπτυξη του εμβρυϊκού νευρικού συστήματος.

Αυτό έχει οδηγήσει στην ενοχοποίηση των ψαριών, ως κύρια πηγή λήψης υδραργύρου μέσω της διατροφής.

Ωστόσο, όλο και περισσότερες μελέτες έχουν αποδείξει ότι η κατανάλωση ψαριών έχει περισσότερα οφέλη για την υγεία από τους κινδύνους που απορρέουν από τον υδράργυρο.

 

Στο πλαίσιο οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ μελέτησαν τη σχέση των επιπέδων υδραργύρου και της κατανάλωσης ψαριών στις εγκύους συνδυαστικά πάντα με τα αυτιστικά χαρακτηριστικά και τον διαγνωσμένο αυτισμό στα παιδιά έως και την ηλικία των εννέα ετών.

 

Τα στοιχεία προέρχονταν από τη μελέτη  Children of the 90s Study και έδειξαν ότι, αν και τα επίπεδα του υδραργύρου στο αίμα των εγκύων ήταν υψηλότερα όταν εκείνες έτρωγαν ψάρια, δεν προέκυψε ότι αυτό συντελούσε σε περισσότερες πιθανότητες απόκτησης παιδιού με αυτισμό ή αυτιστικά χαρακτηριστικά.

Μάλιστα, το σκορ ενός συγκεκριμένου αυτιστικού χαρακτηριστικού, της κοινωνικής γνωστικότητας (δηλαδή της επίγνωσης των συναισθημάτων των άλλων) ήταν πιθανότερο να είναι χειρότερο στα παιδιά αν οι μητέρες δεν είχαν καταναλώσει ψάρια κατά την κύηση.

Συνεπώς, κατά τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες οι γυναίκες μπορούν να συνεχίσουν να τρώνε δύο μερίδες ψάρια την ημέρα, με τη μια εξ αυτών να είναι από λιπαρά ψάρια.