«Συνειδητοποιώ ότι γενικά με έλκουν σημαντικά κείμενα, κείμενα ανοιχτά, άρα διαχρονικά», δηλώνει η ηθοποιός και σκηνοθέτις, Μαρία Μαγκανάρη Στον κινηματογράφο όπως και στο θέατρο έχει διανύσει μια αξιόλογη πορεία, και τώρα ανεβάζει στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν την παράσταση «Το θηρίο στη ζούγκλα», που έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Είναι ένα έργο με πολλά μυστικά, οι χαρακτήρες του οποίου «είναι τόσο σύνθετοι που παραπέμπουν στους μπερδεμένους και γεμάτους φόβους ανθρώπους του 21ου αιώνα.».
Η Μαρία Μαγκανάρη μιλά στο in.gr για τα κοινά σημεία ανάμεσα στην παράσταση και στην πραγματικότητα, για τη σκηνή που την αγγίζει, ενώ αναλύει τα αγκάθια που υπάρχουν στη σημερινή επικοινωνία. Παράλληλα, κάνει λόγο για μια τηλεόραση που στηρίζεται στη φτήνια, αλλά για έναν ελληνικό κινηματογράφο με εντυπωσιακή πορεία.

Αυτήν την περίοδο σκηνοθετείτε την παράσταση «Το θηρίο στη ζούγκλα» που έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Θα λέγατε ότι υπάρχουν αρκετά στοιχεία του έργου που διαθέτουν επίκαιρο χαρακτήρα;
Στις δύο προηγούμενες σκηνοθετικές μου δουλειές (“Μεσοπόλεμος”, “Αλεξάντερπλατς”) η έννοια του “επίκαιρου” σε σχέση με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουμε, με είχε απασχολήσει ιδιαίτερα. Είναι σχεδόν αντανακλαστικό το να ψάχνεις τις αναλογίες αυτού που ζεις ως κοινωνία, με άλλες ιστορικές περιόδους. Σε αυτή τη δουλειά όμως, μας απασχόλησαν περισσότερο ζητήματα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη φύση, το άτομο, διαχρονικά.

Η συγκεκριμένη νουβέλα του Henry James είναι ένα κείμενο υψηλής λογοτεχνίας. Και παρότι γραμμένο το 1903, είναι ένα εξαιρετικά σύγχρονο έργο. Οι χαρακτήρες του έργου είναι τόσο σύνθετοι που παραπέμπουν στους μπερδεμένους και γεμάτους φόβους ανθρώπους του 21ου αιώνα. Ο φόβος του “τι πρόκειται να μου συμβεί” απομακρύνει τον Μάρτσερ και τη Μαίη (ερμηνεύονται από τον Θέμη Πάνου και τη Σύρμω Κεκέ στην παράσταση) από το να βιώσουν το παρόν τους. Μέσα σε ένα κλίμα παθητικότητας, απλώς περιμένουν “κάτι” που θ’ αλλάξει τις ζωές τους. Μήπως αυτό δεν κάνουμε και εμείς σήμερα; Μιλάμε, αναλύουμε, αλλά πράττουμε ολοένα και λιγότερο, βυθισμένοι στην απάθεια. Επίσης, η έννοια της επικοινωνίας όπως τίθεται στο έργο, θυμίζει πολύ το σήμερα. Οι δυο τους μιλούν για να κρυφτούν. Αυτό τους απομακρύνει, τόσο μεταξύ τους, όσο και από την πραγματική ζωή. Συχνά αισθάνομαι ότι και σήμερα, με το πρόσχημα της επικοινωνίας (τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα), επιδιδόμαστε σε μια ναρκισσιστική φλυαρία που τελικά μας απομακρύνει από τους άλλους και από την ίδια τη ζωή.

Σκηνοθετείτε το έργο με προοδευτική ματιά και με διάθεση για πειραματισμό;
Η σκηνοθεσία, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι εγώ (αλλά και οι συνεργάτες μου- τα μέλη της ομάδας “προτσές”), είναι μια διαρκής έρευνα: έρευνα του εκάστοτε κειμένου, του χώρου, των σχέσεων, του ίδιου του εαυτού και των τρόπων που αντιδρά σε δεδομένες συνθήκες. Πειραματισμός δεν σημαίνει απαραίτητα αποδόμηση, θόρυβος, υπονόμευση. Στο συγκεκριμένο έργο, τολμηρό μας φάνηκε το να ακολουθήσουμε την αισθητική του λόγου του συγγραφέα και να τη σεβαστούμε. Ακόμα και η προσθήκη του τρίτου προσώπου στην παράσταση, του “θηρίου” (ερμηνεύεται από την Ανθή Ευστρατιάδου), που θα μπορούσε να εκληφθή ως αυθαιρεσία, κατά κάποιον τρόπο εμπεριέχεται στο ίδιο το κείμενο με άλλη μορφή. Το θηρίο υπάρχει διαρκώς στη νουβέλα. Εμείς του δώσαμε και σώμα, γιατί το θέατρο, πριν απ’ όλα, είναι σώμα.

Ποια σκηνή της παράστασης σάς αγγίζει περισσότερο;
Αυτό είναι κάτι που αλλάζει από μέρα σε μέρα. Επίσης αλλάζει κατά τη διαδρομή από την πρόβα στην παράσταση. Βλέποντας την παράσταση μαζί με το κοινό, μοιραία σκέφτεσαι πράγματα που θα μπορούσαν να ήταν και αλλιώς. Υπάρχουν ωστόσο κάποιες σκηνές που μέχρι σήμερα, δεν θα τις άλλαζα σε καμία περίπτωση. Μία από αυτές είναι η σκηνή που η Μαίη “ταϊζει” το θηρίο της. Μια άλλη, όταν ο Μάρτσερ βρίσκεται για πρώτη φορά κοντά στο δικό του.

Το έργο μιλά για ένα μυστικό δημιουργώντας διαρκώς καινούρια. Ένα μυστικό για εσάς μπορεί να σώσει ή να βλάψει περισσότερο;
Στο έργο (αλλά και γενικά) υπάρχουν διαφόρων ειδών μυστικά. Εάν το μυστικό είναι κάτι που δεν μπορείς να πεις, τι είναι αυτό που γεννάει αυτή τη δυσκολία; Ο φόβος; Ο ναρκισσισμός; Μόνο καλό δεν κάνει να κρατιούνται τέτοια μυστικά. Για παράδειγμα, η Μαίη κρατά για χρόνια κρυφό από τον Μάρτσερ το γεγονός ότι τον αγαπά. Και φυσικά το πληρώνει πολύ ακριβά. Δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα είχε συμβεί εάν του το είχε αποκαλύψει. Στο “Θηρίο στη ζούγκλα” η έννοια του μυστικού, εκτός από το περιεχόμενο του έργου, χαρακτηρίζει και τη μορφή του. Σε επίπεδο αφήγησης, και ο Τζέημς με τη σειρά του, μας κρατάει μυστικά. Όμως αυτά είναι που κάνουν το έργο συναρπαστικό. Αυτά είναι “ωφέλιμα” μυστικά.

Όταν σκηνοθετούσατε αυτό το έργο υπήρχε κάτι που να φοβηθήκατε;
Τόσο στη διασκευή, όσο και στη σκηνοθεσία, μ’ ενδιέφερε το πώς μπορεί αυτό το υπέροχο λογοτεχνικό σύμπαν να γίνει η αφορμή για τη δημιουργία ενός ενδιαφέροντος θεατρικού, αισθητικού σύμπαντος. Η “λογοτεχνικότητα” δεν μας φόβισε- η παράσταση δεν προσπαθεί καθόλου να κρύψει την καταγωγή της. Αυτό που φοβόμασταν ήταν το να χαθεί η ποίηση (που είναι κάτι ζωντανό) και να μετατραπεί το έργο σε “θέατρο δωματίου”, σε κάτι νεκρό δηλαδή. Θέλω να πιστεύω ότι ο κίνδυνος αυτός απεφεύχθη.

Ως ηθοποιός σας έλκει το δραματικό στοιχείο;
Αυτό που πραγματικά με γοητεύει όταν δουλεύω ως ηθοποιός είναι η δυνατότητα να μου συμβούν επί σκηνής πράγματα που δεν περιμένω, που δεν έχω προσχεδιάσει. Αυτό βέβαια συμβαίνει σε συνθήκες καλλιτεχνικής εμπιστοσύνης. Το “δραματικό” ή το “κωμικό” έχει να κάνει περισσότερο με την επενέργεια της παράστασης στους θεατές και τα συναισθήματα που θα τους δημιουργήσει. Συνειδητοποιώ ότι γενικά με έλκουν σημαντικά κείμενα, κείμενα ανοιχτά, άρα διαχρονικά. Συχνά τα κείμενα αυτά είναι δραματικά, με την έννοια ότι διαπραγματεύονται ζητήματα που μιλούν στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης: τον έρωτα, το θάνατο, το νόημα της ζωής. Με έλκει εξίσου και το κωμικό, όμως. Εξάλλου γέλιο και κλάμα βγαίνουν από την ίδια σωματική πηγή.

Εάν σας έλεγαν να μιλήσετε για το θηρίο και τη ζούγκλα του σήμερα, ποιους ή ποια στοιχεία της σύγχρονης πραγματικότητας θα κατονομάζετε;
Το θηρίο, στο έργο του Τζέημς, δεν κατονομάζεται ποτέ επακριβώς. Είναι μια, σχεδόν μεταφυσική έννοια. Κάτι πολύ προσωπικό για τον καθένα, που εδρεύει στο αχαρτογράφητο κομμάτι της ύπαρξής του. Ακόμα και όταν ταυτίζεται με το φόβο, συχνά αλλάζει μορφές, μας μπερδεύει. Παρότι δυστυχώς υπάρχουν άπειρα “θηρία” στον εξωτερικό κόσμο (η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα γίνεται ολοένα και πιο αβάσταχτη), θα τοποθετούσα το θηρίο “εντός”: στην περιοχή του ασυνειδήτου, εκεί που κατοικούν οι επιθυμίες και οι φόβοι, που συχνά παίρνουν αλλόκοτες μορφές στα νυχτερινά μας όνειρα ή στους εφιάλτες.

Το τέλος της ομάδας Κανιγκούντα τι συναισθήματα καλλιέργησε και πόσο σας επηρέασε;
Τα εννέα χρόνια που δουλεύαμε ως Κανιγκούντα έχουν φυσικά καθορίσει τα αισθητικά και καλλιτεχνικά μου κριτήρια, σε μεγάλο βαθμό. Τα φυλάω μέσα μου σαν θησαυρό. Ο Γ. Λεοντάρης και η Μ. Κεχαγιόγλου (σκηνοθέτης και ηθοποιός της Κανιγκούντα, αντίστοιχα) με έχουν επηρεάσει τόσο σαν άνθρωπο, όσο και σαν καλλιτέχνη. Με κάποιο τρόπο εξακολουθούμε να είμαστε συνοδοιπόροι, και δεν αποκλείεται να ξαναβρεθούμε στο μέλλον. Η φυσική πορεία των πραγμάτων στη ζωή φέρνει συναντήσεις και χωρισμούς. Με κάποιους από τους ανθρώπους της Κανιγκούντα συνεχίζουμε τώρα στην ομάδα προτσές (Α. Ευστρατιάδου, Σ.Κεκέ, Θ. Πάνου, Μ. Γοζαδίνου, Β. Σκευοφύλαξ) και αυτό μας δίνει πολλή δύναμη για το μέλλον.

Πιστεύετε πως στις μέρες μας το θέατρο δίνει ευκαιρίες στις νέες παρουσίες;
Το καινούργιο πάντα θα είναι το ζητούμενο, τόσο στο θέατρο, όσο και στις άλλες τέχνες. Όμως πρακτικά, οι δυνατότητες και οι ευκαιρίες δεν είναι τόσο πολλές. Για τους νέους καλλιτέχνες, το να προσπαθούν να υπάρχουν και να δημιουργούν μέσα σ’ ένα τόσο “άνυδρο” τοπίο, απαιτεί, εκτός από ενθουσιασμό, μεγάλα ψυχικά αποθέματα. Η αξία της καλλιτεχνικής δημιουργίας κρίνεται στη διάρκειά της, δεν είναι κάτι επικαιρικό. Αυτό απαιτεί να επιμένεις. Να συνεχίζεις και να επιμένεις. Και αυτό δεν είναι καθόλου απλό.

Όσον αφορά στον ελληνικό κινηματογράφο διαπιστώνετε κάποια ποιοτική άνοδο;
Είναι εντυπωσιακό και ευχάριστο όλο αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τον ελληνικό κινηματογράφο. Έχω δει κάποιες καταπληκτικές ταινίες. Ο Θέμης Πάνου, πρωταγωνιστής της παράστασής μας, τιμήθηκε πέρυσι με το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας (για την ταινία του Αλ. Αβρανά, “Miss Violence”). Αυτά είναι σημαντικά πράγματα.

Θα θέλατε στο μέλλον να ασχοληθείτε και με την τηλεόραση;
Η τηλεόραση, σε αντίθεση με τον κινηματογράφο, δεν μου ασκούσε ποτέ ιδιαίτερη γοητεία. Και παρότι διεθνώς έχουν γίνει αριστουργήματα για την τηλεόραση (πχ ο “Δεκάλογος” του Κισλόφσκι ή το “Βερολίνο Αλεξάντερπλατς” του Φασμπίντερ) δε νομίζω ότι εδώ και τώρα μιλάμε για κάτι τέτοιο . Η σημερινή πραγματικότητα της ελληνικής τηλεόρασης στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην προχειρότητα, τη φτήνια και τη χειραγώγηση. Το γεγονός ότι αυτό το μέσο επηρεάζει τόσο κόσμο δεν είναι αμελητέο. Θα ήταν φοβερό εάν η τηλεόραση επηρέαζε το κοινό προς μια άλλη κατεύθυνση. Αυτή της κριτικής σκέψης και της υψηλής αισθητικής. Όμως, εφόσον επικρατούν αποκλειστικά οι νόμοι της αγοράς και εκεί, δεν μου φαίνεται πιθανό να συμβεί κάτι τέτοιο.

Συνέντευξη: Ελισάβετ Σταμοπούλου