«Ο Κώστας Γιαννίδης, πρώτος μεταξύ ίσων στον καιρό του, άφησε πίσω του μόνο αριστουργήματα. Για τις δύο αυτές βραδιές, διάλεξα τον ανθό από τα υπέροχα δημιουργήματά του, τα πολύ διάσημα -αλλά- και τα πιο παραγνωρισμένα» αναφέρει στη συνέντευξή του στο in.gr, o γνωστός πιανίστας και δημοσιογράφος Δαυίδ Ναχμίας. Ο κύριος Ναχμίας, εδώ και πολλά χρόνια, έχει εστιάσει το ερευνητικό και μουσικό ενδιαφέρον του στη μελέτη του «ελαφρού τραγουδιού» του A’ μισού του 20ού αιώνα.

Kύριε Ναχμία, δώστε μας μια γεύση για τα τραγούδια που θα μας παρουσιάσετε στις δυο βραδιές-αφιέρωμα (3 & 4/12) στο συνθέτη Κώστα Γιαννίδη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
«Οι 30 επιλογές από το υπέροχο υλικό του Κώστα Γιαννίδη που θα ακουστούν στο Μέγαρο την Τετάρτη και την Πέμπτη μπροστά στον αριθμό των τραγουδιών που γράφτηκαν εκείνο τον καιρό, είναι μία σταγόνα στον ωκεανό. Το παράδοξο που συμβαίνει όμως είναι πως χωρίς τη συγκεκριμένη σταγόνα… ο ωκεανός θα ήταν αισθητά λιγότερος. Ο Κώστας Γιαννίδης, πρώτος μεταξύ ίσων στον καιρό του, άφησε πίσω του μόνο αριστουργήματα. Για τις δύο αυτές βραδιές, διάλεξα τον ανθό από τα υπέροχα δημιουργήματά του, τα πολύ διάσημα («Πόσο λυπάμαι», «Λες και ήταν χθες», «Ξύπνα αγάπη μου», κλπ.) και τα πιο παραγνωρισμένα («Λες και δεν είναι αλήθεια», «Για σένα μοναχά», «Ας σταματήσουμε ως εδώ», κλπ.).»

Από τη Βέμπο, τη Δανάη, τη Μούσχουρη, τον Μαρούδα (μερικές μόνο φωνές που τραγούδησαν τραγούδια του Γιαννίδη) στους Κότσιρα, Μπάμπαλη, Νέγκα, Χάρη Ανδριανό, Άγγελο Παπαδημητρίου. Ποια ήταν τα στοιχεία εκείνα που σας έκαναν να επιλέξετε τους συγκεκριμένους καλλιτέχνες για να ερμηνεύσουν τραγούδια του Κώστα Γιαννίδη;
«Η επιλογή των ερμηνευτών σε αυτή την περίπτωση, είναι πραγματικά δύσκολη και αυτό διότι εδώ, ο καλλιτέχνης δεν καλείται τόσο να ερμηνεύσει τον εαυτό του ή ακόμα περισσότερο να καταθέσει την ψυχή και τα σημερινά βιώματά του, αλλά πολύ περισσότερο να μας αποκαλύψει το μέσα τοπίο ενός αιώνα βαρύτιμου που δεν έχει ανάγκη από την περιπαθή ερμηνεία του για να δικαιωθεί. Είναι δυστυχώς στρεβλά μυθοποιημένη η εποχή στο μυαλό των περισσοτέρων τραγουδιστών με αποτέλεσμα, να αγωνίζονται να μιμηθούν στην ερμηνεία τους, την επιφάνεια αυτού που αντιλαμβάνονται με μελό ηδυπάθεια συνήθως και ψεύτικο μαράζι.
Για να επιλεγούν οι ερμηνευτές της παράστασής μας ξεκίνησα να γράφω μία μεγάλη λίστα των ενεργών καλλιτεχνών του «τώρα», διαχωρίζοντας αυτούς που ο κόσμος αγάπησε και ανέδειξε για την ψυχική τους υπεροχή και όχι πρωτίστως για κάποιον εφήμερο ιριδισμό. Πιστεύω πως στη νεότερη γενιά καλλιτεχνών κανείς δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Γιάννη Κότσιρα, τη Γιώτα Νέγκα, την Ανδριάνα Μπάμπαλη και τον Χάρη Ανδριανό ως προς το ψυχικό βάθος της ερμηνείας τους. Άφησα τελευταίο τον μοναδικό Άγγελο Παπαδημητρίου που είναι η επιτομή της καλοσύνης απαραίτητη για να γεφυρωθεί εκείνη η εποχή με τη σημερινή.»

Ποια προεργασία χρειάστηκε εκ μέρους σας, για να γίνει αυτό το αφιέρωμα στο μεγάλο συνθέτη;
«Οι ενορχηστρώσεις. Ξεκίνησα τα πάντα από το απόλυτο μηδέν, ακόμα πιο πολύ θέλοντας να φωτίσω όσο το δυνατόν περισσότερα απ’ τα μυστικά που κοιμούνται μέσα στα τραγούδια. Να αποκαλύψω τον μηχανισμό που τους προσδίδει «ύλη» δίνοντας έμφαση μεγάλη στις λεπτομέρειες που πιστεύω πως πέρασαν τα δημιουργήματα του Γιαννίδη στη μεγάλη αθανασία.»

Ποιο τραγούδι του Κώστα Γιαννίδη σας συγκινεί περισσότερο;
««Σπιτάκι μου παλιό». Η πιο ποιητικά διεισδυτική απεικόνιση των ανέφελων χρόνων που φεύγουν για τον καθένα μας ανεπιστρεπτί.»

Το κοινό της νεότερης γενιάς πώς αντιμετωπίζει αυτά τα τραγούδια;
«Οι σημερινοί νέοι είναι κακοσυστημένοι. Η δική μου άποψη είναι πως η κρίση και η απόγνωση αδιαμφισβήτητα τους καθιστούν πιο παρατηρητικούς ως προς το υψιπετές και το λεπτεπίλεπτο. Αρχίζουν σιγά σιγά να ψάχνουν μέσα από τις τέχνες, τα γιατρικά για να επουλώσουν τις πληγές που τους ανοίγει η απειρία τους να διαχειριστούν τη σκληρότητα της εποχής στην οποία τους κληρώθηκε να ξεκινήσουν τη ζωή τους. Αυτά τα γιατρικά σίγουρα δεν βρίσκονται στην εύκολη επιφάνεια. Πρέπει να κάνει ησυχία, πρέπει να ενδιαφερθεί και να καταδυθεί για να τα βρει. Έχουμε πολύ καλό κόσμο στην Ελλάδα και η αντιξοότητα σιγά σιγά μας τον συστήνει στα αληθινά του χρώματα.»

Πώς νιώθετε εσείς, όταν σε μια τέτοια παράσταση, βλέπετε από κάτω, στα καθίσματα να κάθονται και να παρακολουθούν άνθρωποι νεότερων ηλικιών;
«Νιώθω σα να τους παίρνω από το χέρι, να τους κάνω ένα «tour» υπερηφάνειας για την πατρίδα τους. Θέλω να τους καλέσω να δουν πως αυτά που τους κρύβουν οι πονηροί, είναι πολύ πιο ψυχοθρεπτικά από την «κουλτούρα των σκλάβων» που τους παρέχεται ως αντιπαροχή.»

Τι ήταν αυτό που σας κέρδισε στο ρετρό τραγούδι και σας έκανε να ασχοληθείτε με αυτό;
«Η ειλικρίνεια των προθέσεων των δημιουργών. Δεν υπάρχει τίποτα ευκαιριακό εκεί μέσα. Στη βαλτωμένη από πονηριές εποχή μας, θεώρησα πως το κρυμμένο ελληνικό μεγαλείο, καταγεγραμμένο σε αυτά τα τραγούδια πρέπει να το γνωρίσει ο σημερινός κόσμος και να συμπληρώσει τους ατέλειωτους λόγους της (καλώς νοούμενης) Εθνικής του υπερηφάνειας.»

Πριν το αγαπήσετε τόσο, πριν να το μελετήσετε, ποια ήταν η σχέση σας με το «ελαφρό τραγούδι»;
«Σίγουρα κανείς δεν μπορεί να μάθει κάτι αν δεν το γνώριζε από πριν, έστω και με λάθος τρόπο. Τελείως απροειδοποίητος δεν ήμουν. Έκανα τη μισή διαδρομή και κάπου εκεί συναντήθηκα με το σκοπό της ζωής μου. Συνοπτικά αποφάσισα πως τίποτε άλλο δε με ενδιαφέρει εκτός από αυτό για πάντα.»

Θεωρείτε πως εμείς ως λαός, ως κοινό, ως πολιτιστικός φορέας έχουμε σεβαστεί, έχουμε επίσης εκτιμήσει τον πλούτο και την ιστορία αυτών των τραγουδιών;
«Ναι, αλλά μόνο κατά τα διαστήματα που θερίζει η πείνα. Το νερό μαθαίνεται από τη δίψα.»

Στον προσωπικό σας χώρο ποιοι δίσκοι παίζουν συνήθως;
«Προτεραιότητα έχει πάντοτε η κλασική μουσική, αλλά και τα χιλιάδες παλιά τραγούδια που έχω μαζέψει με τον καιρό.»

Κύριε Ναχμία είστε ένας άνθρωπος που αναπολείτε, μουσικές, στιγμές, εποχές;
«Καθόλου. Η σημερινή εποχή έχει ένα μεγάλο αναξιοποίητο δώρο. Οι περασμένες εποχές είναι μία πηγή που αναβλύζει αστείρευτα φρέσκο νερό. Η δική μου η ευτυχία είναι στο να κρατάω καθαρό τον αγωγό για να περνάει το νερό. Ο παράδεισος είναι εδώ και τώρα.»

Πόσο συχνά φαντάζεστε τον εαυτό σας στο πιάνο, σε μιαν άλλη εποχή, να έχετε μπροστά σας τη Βέμπο, τη Μούσχουρη, τη Δανάη Στρατηγοπούλου και να συνοδεύετε τις φωνές τους;
«Είναι πολύ έξυπνη η ερώτησή σας. Θα ήθελα να μπορούσα να τις είχα κοντά, αλλά πολύ περισσότερο τους συνθέτες, να δω την περηφάνια στα μάτια τους όταν ακούν σήμερα τα τραγούδια τους καλοπαιγμένα. Να σας πω πως κάποτε συνόδεψα στο πιάνο τη Δανάη και πρόσφατα τη Στέλλα Γκρέκα. Αξέχαστες στιγμές.»

Ως γνωστόν, εκτός από την ιδιότητα του μουσικού, έχετε και αυτή του δημοσιογράφου. Θα ήθελα να κλείσουμε στην κουβέντα μας, κάνοντας εσείς μια ερώτηση στον Δαυίδ Ναχμία και να μας την απαντήσετε.
«-Πως μπορεί κανείς να ζήσει ασχολούμενος σήμερα, στην Ελλάδα αποκλειστικά με το «ελαφρό τραγούδι» ;
-Δεν μπορεί. Μπορεί όμως να πεθάνει… ευτυχισμένος.»

Συνέντευξη: Τζωρτζίνα Ντούτση