Δύο καινοτόμες θεραπείες για το μεταστατικό μελάνωμα θα έχουν πλέον στην διάθεσή τους και οι έλληνες ασθενείς, καθώς εγκρίθηκε η κυκλοφορία τους στην Ελλάδα και συμπεριλήφθησαν στο νέο Δελτίο Τιμών Φαρμάκων.

Πρόκειται για την βεμουραφενίμπη, έναν B-RAF αναστολέας, και το μονοκλωνικό αντίσωμα αναστολέας του CTL-4, ιπιλιμουμάμπη, το κόστος των οποίων καλύπτεται πλέον από τον ΕΟΠΥΥ, εφόσον υπάρχει υπάρχει ιατρική ένδειξη για την χορήγησή τους. Το μηνιαίο κόστος θεραπείας με βεμουραφενίμπη ανέρχεται στα 8.000 ευρώ, ενώ ο θεραπευτικός κύκλος των τεσσάρων ενέσεων με ιπιλιμουμάμπη, στοιχίζει 58.000 ανά μήνα.

Η ελληνική επιστημονική κοινότητα χαιρετίζει την έγκριση των δύο καινοτόμων σκευασμάτων, δεδομένου ότι η συχνότητα του μεταστατικού μελανώματος αναμένεται να διπλασιαστεί την επόμενη δεκαετία. Τα νέα περιστατικά ανά έτος θα ανέλθουν σε 227.000 το 2019, έναντι 138.000 που είναι σήμερα.

Όπως εξηγεί ο Καθηγητής Ογκολογίας στη Σχολή Επιστημών Υγείας του ΤΕΙ Αθηνών, Δημήτρης Μπαφαλούκος, στο περιθώριο του Skin Cancer Day που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του 3ου Mediterranean Multidisciplinary Oncology Forum (24-26 Οκτωβρίου, Αθήνα), αν και αντιπροσωπεύει περίπου το 5% – 7% του συνόλου των καρκίνων του δέρματος, το μελάνωμα είναι ο πιο επικίνδυνος τύπος δερματικού καρκίνου και προκαλεί το 75% των θανάτων από δερματικούς όγκους. Η θνησιμότητα αυτή εάν συνυπολογιστεί με την ολοένα αυξανόμενη επίπτωση και την αντοχή στη συμβατική αντινεοπλασματική θεραπεία κατατάσσει το μελάνωμα σε ένα ιδιαίτερα προκλητικό θέμα στην ογκολογία.

Η επίπτωση του μελανώματος αυξάνεται ταχέως και μάλιστα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη  κακοήθεια. Από την άλλη όμως οι δείκτες θνητότητας δεν αυξάνονται με τους ίδιους ρυθμούς. Αυτό πιθανότατα συμβαίνει γιατί οι ασθενείς διαγιγνώσκονται σε πρωιμότερα στάδια. Παρατηρείται δε μια σημαντική αύξηση στην πρώιμη ανίχνευση ενός μεγάλου αριθμού οριακών και λεπτών μελανωμάτων.

Στην Ευρώπη το μελάνωμα αντιπροσωπεύει το 1% – 2% όλων των κακοήθων όγκων. Στις χώρες της Ευρώπης καταγράφονται ετησίως 18.000 νέες διαγνώσεις και 5.000 θάνατοι εξαιτίας του μελανώματος. Στην Ελλάδα, το μελάνωμα είναι η 5η συχνότερη κακοήθεια στους άνδρες και η 6η στις γυναίκες, με 4-5 περιστατικά ανά 100.000 κατοίκους. Το 15-30% των μελανωμάτων εξελίσσονται σε μετασταστικά, με αποτέλεσμα να καταγράφονται περίπου 200 περιστατικά μεταστατικού μελανώματος κάθε χρόνο στη χώρα μας.

Η αναπληρώτρια καθηγήτρια Παθολογίας Ογκολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Α’ Παθολογική Κλινική Π.Γ.Ν.Α. «Λαϊκό») Έλενα Γκόγκα εξηγεί ότι «στην Ελλάδα η επίπτωση του μελανώματος είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, αν και το σύστημα καταγραφής και η αποτύπωση των περιστατικών εμφανίζει αρκετά προβλήματα. Σε μια επιδημιολογική μελέτη φάνηκε ότι η επίπτωση στην Κρήτη είναι τουλάχιστον ίδια με αυτή που βρίσκουμε σε χώρες του ιδίου γεωγραφικού πλάτους και υψηλότερη από την καταγραφόμενη, ενώ φαίνεται να είναι και υψηλότερη σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα».

Η μέση ηλικία ενός ασθενή με μελάνωμα είναι τα 50 έτη, ηλικία σχετικώς μικρή για καρκινοπαθή ασθενή. Το μελάνωμα είναι εξαιρετικά σπάνιο πριν την εφηβεία και η επίπτωση αυξάνει σταδιακά με την ηλικία μέχρι την 5η δεκαετία ζωής.

Βελτιωμένη επιβίωση υπόσχονται οι νέες θεραπείες
Η βεμουραφενίμπη, ένας B-RAF αναστολέας, είναι εξατομικευμένη θεραπεία η οποία στοχεύει στη μετάλλαξη BRAF V600 και βελτιώνει την επιβίωση στο μεταστατικό μελάνωμα, μία νόσο με κακή πρόγνωση.

Ως αναστολέας BRAF, η βεμουραφενίμπη είναι ένα εξατομικευμένο φάρμακο χορηγούμενο από το στόμα, το οποίο είναι σχεδιασμένο για να αναστέλλει ειδικά τη δραστικότητα της μεταλλαγμένης πρωτεΐνης BRAF.

Η πρωτεΐνη BRAF είναι ένα βασικό στοιχείο της οδού RAS-RAF που εμπλέκεται στη φυσιολογική κυτταρική ανάπτυξη και επιβίωση. Σε ορισμένους καρκίνους, προκύπτουν μεταλλάξεις που κλειδώνουν την πρωτεΐνη BRAF σε ενεργή κατάσταση και μπορούν να προκαλέσουν υπερβολική σηματοδότηση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη αύξηση και επιβίωση των καρκινικών κυττάρων, γεγονός που προκαλεί την ανάπτυξη και την εξέλιξη ενός όγκου. Η βεμουραφενίμπη αναστέλλει ειδικά τη δραστικότητα της μεταλλαγμένης πρωτεΐνης BRAF που απαντά στα μισά περίπου περιστατικά μελανώματος.

Η πιο συχνή μετάλλαξη BRAF είναι η V600E, και ακολουθεί η V600K, που είναι υπεύθυνη για το 10% περίπου των μεταλλάξεων BRAF. Στοιχεία έχουν δείξει ότι η θεραπεία με βεμουραφενίμπη παρουσιάζει αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με μεταλλάξεις BRAF V600K και BRAF V600E.

Ο φαρμακευτικός παράγοντας βεμουραφενίμπη, έχει εγκριθεί σε περισσότερες από 60 χώρες συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας και μέχρι σήμερα έχει χορηγηθεί σε περισσότερους από 11.000 ασθενείς παγκοσμίως.

Η μελέτη BRIM-3 έδειξε ότι η βεμουραφενίμπη μείωσε τον κίνδυνο θανάτου κατά 63% και αύξησε το διάστημα μέχρι την υποτροπή κατά 74% σε σχέση με την κλασσική χημειοθεραπεία (ντακαρβαζίνη – DTIC). Στη θεραπεία με βεμουραφενίμπη ανταποκρίθηκε το 50% των ασθενών, ενώ στην κλασσική χημειοθεραπεία μόνο το 5%. Η συνολική επιβίωση των ασθενών έφθασε στους 16 μήνες, παρά τη μεταστατική νόσο, σαφώς αυξημένη από τα προηγούμενα χρόνια.

Μάλιστα, στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Κλινικής Ογκολογίας στο Άμστερνταμ, ανακοινώθηκε ότι η ανταπόκριση των ασθενών, οι οποίοι λαμβάνουν Β-RAF αναστολέα σε συνδυασμό με ΜΕΚ αναστολέα, που επίσης ανήκει στην ομάδα των στοχευμένων θεραπειών, φθάνει στο 82%.

Αναδρομική ανάλυση των ασθενών που έλαβαν τη βεμουραφενίμπη έδειξε ότι η μονοετής επιβίωση ήταν 56%, η διετής 32% και η τριετής 26%, αριθμοί εντυπωσιακοί καθώς πριν από τρία χρόνια η διάμεση επιβίωση δεν ξεπερνούσε τους 12 μήνες. Πολλές μελέτες βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη.  

Τέλος, η ιπιλιμουμάμπη, ένα μονοκλωνικό αντίσωμα αναστολέας του CTL-4 (ανοσοθεραπεία) διαπιστώθηκε από μετανάλυση 12 μελετών με 1.800 ασθενείς ότι το 21% ζει τουλάχιστον τρία χρόνια. Επίσης, σε τέσσερις μελέτες φάσης ΙΙ στο μεταστατικό μελάνωμα, η πενταετής επιβίωση με το εν λόγω φάρμακο ήταν 21,4% – 49,5% για ασθενείς που έπαιρναν πρώτη φορά θεραπεία και 16,5% – 28,4% για προθεραπευμένους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή την περίοδο βρίσκεται προς έγκριση ένα νέο φάρμακο ανοσοθεραπείας, η νιβολουμάμπη, που μπλοκάρει το PD-1 (αντι-PD1) και ενεργοποιεί έτσι το πολύ σημαντικό «Τ λεμφοκύτταρο». Ο συνδυασμός των ανοσοθεραπειών ιπιλιμουμάμπη και νιβολουμάμπη αυξάνει το ποσοστό ανταποκρίσεων στο 40% με γρήγορες υφέσεις και καλή ανοχή από τους ασθενείς.

 

health.in.gr