Μέσα από το πολυσέλιδο και πολυπρόσωπο αυτό μυθιστόρημα, που είναι βασισμένο, σε πολύ μεγάλο βαθμό, στα πραγματικά ιστορικά περιστατικά της εποχής, παρελαύνει η ιστορία του αντάρτικου στον Μοριά, τόσο κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όσο και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου.
Στα μέσα της γερμανικής κατοχής, μια πολυμελής και φτωχή οικογένεια μπλέκεται στη δίνη του αλληλοσπαραγμού, παρά τη θέλησή της. Γιος εναντίον πατέρα, γείτονας εναντίον γείτονα, όλοι εναντίον όλων. Ο θάνατος και η δυστυχία παρασέρνουν ζωές και δεσμούς σφυρηλατημένους στα βάθη του χρόνου. Όμως, μέσα από τις στάχτες και τα αποκαΐδια δεν αναδύονται μόνο καπνοί, ξεφυτρώνουν αισθήματα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, αγνού πατριωτισμού και φιλότιμου.

Μέσα από το πολυσέλιδο και πολυπρόσωπο αυτό μυθιστόρημα, που είναι βασισμένο, σε πολύ μεγάλο βαθμό, στα πραγματικά ιστορικά περιστατικά της εποχής, παρελαύνει η ιστορία του αντάρτικου στον Μοριά, τόσο κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όσο και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Μάχες, μπλόκα, αδιέξοδοι έρωτες, αλτρουισμός, μα πάνω απ’ όλα παραλογισμός και ένας συνεχής αγώνας για επιβίωση.

Μια ιστορία που περιγράφει με λεπτομέρεια το μεγαλείο των Ελλήνων αλλά και τη μικροψυχία τους. Ένα μυθιστόρημα με άποψη για τα γεγονότα και τους ανθρώπους που τα διαμόρφωσαν.

Ένας νέος άνθρωπος, ο Μηνάς, βγαίνει στο βουνό και γίνεται αντάρτης με τον ΕΛΑΣ, για να εκδικηθεί το θάνατο του αδερφού του. Εκεί θα βιώσει τον παραλογισμό σε όλο του το μεγαλείο. Αντιδρά και καταλήγει να μην είναι πουθενά ευπρόσδεκτος. Με μόνο σύμμαχο το πρώην αφεντικό του, τον Στέλιο, δίνει μια λυσσαλέα μάχη επιβίωσης. Απέναντί του οι πάντες: οικογένεια, σύντροφοι, κράτος και πάνω απ’ όλα ο ορκισμένος εχθρός του και αδερφός της αγαπημένης του Κρινιώς, ο Διονύσης.

«Να ’τανε άραγε γραφτό να δροσιστεί ξανά με τούτο το νερό, να ’τανε να ξαναδεί το σπίτι του, τους δικούς του; Τα πόδια του βαριά, λάστιχο που τον τραβούσε πίσω η αγάπη της μάνας του. Μια χαύνωση τον είχε τυλίξει ολόγυρα• η λογική του και ο φόβος του, σαν μεθυσμένα από αλλόκοτο κρασί, κείτονταν ναρκωμένα στην άκρη του μυαλού του».

«Ο Μηνάς έμεινε άγαλμα. Ψυχή και σώμα ένα κομμάτι λαξεμένη πέτρα. Του ’ρθε να βγάλει μια κραυγή και ν’ ακουστεί μέχρι τα πέρατα της γης. Πέτρα και η φωνή του, σπάραξε βουβά, από μέσα του. Τον απαρνήθηκε και η μάνα του, του ’δωσε μια και τον έριξε στον Καιάδα, σακάτικο παιδί, αχρείαστο. Έκλεισε τα μάτια του, να μη βλέπει το φως. Ποτάμι ο ιδρώτας του, Αχέροντας, τον ξέβγαλε στα πρόθυρα του Άδη. Έβαλε φωνή ο κέρβερος και τον φοβέρισε. Γνωστή φωνή, όμοια της μάνας του».

Παρουσίαση του συγγραφέα

Ο Νικόλαος Αραπάκης γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1969. Έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Κυκλοφορεί επίσης το μυθιστόρημά του Και στη Μέση η Θάλασσα.

Εκδόσεις Λιβάνη
Νικόλαος Αραπάκης