Πόσο αγαπούσε την εποχή του ο Μπένγιαμιν Λεντς, τους ανθρώπους της εποχής του! Πόσο αναπτυσσόταν ανάμεσά τους, ευημερούσε, μάζευε δύναμη, μάζευε λεφτά, μάζευε χαρές, μάζευε μίσος!
Πόσο αγαπούσε την εποχή του ο Μπένγιαμιν Λεντς, τους ανθρώπους της εποχής του! Πόσο αναπτυσσόταν ανάμεσά τους, ευημερούσε, μάζευε δύναμη, μάζευε λεφτά, μάζευε χαρές, μάζευε μίσος! Το μάτι του παραμόνευε κι έπινε το αίμα της Ευρώπης, το μισόκουφο αφτί του την κλάγγη των όπλων, τον οξύ κρότο των πυροβολισμών, το ουρλιαχτό της βίας…

Στα κοινοβούλια επιπόλαια άτομα έβγαζαν λόγους. Υπουργοί ήταν έρμαιο στα χέρια υπαλλήλων τους και κρατούμενοί τους. Εισαγγελείς εκπαιδεύονταν σε ομάδες εφόδου. Δικαστές διέλυαν συγκεντρώσεις. Γυρολόγοι εθνικιστές ρήτορες εμπορεύονταν ηχηρές φράσεις. Ιερείς κράδαιναν κλομπς. Οι ξένες γλώσσες ήταν μισητές… Γυμνασιόπαιδα πυροβολούσαν. Φοιτητές πυροβολούσαν Αστυνομικοί πυροβολούσαν. Τα μικρά αγόρια πυροβολούσαν. Ήταν ένας έθνος που πυροβολούσε…

Ω, πόσο τους αγαπούσε ο Μπένγιαμιν Λεντς!

Παρουσίαση του συγγραφέα

Ο Joseph Roth γεννήθηκε το 1894 στην ανατολική Γαλικία (σημερινή Ουκρανία). Σπούδασε φιλοσοφία και γερμανική φιλολογία στο Λέμπεργκ και στη Βιέννη. Το 1916 κατατάχθηκε στον αυστριακό στρατό και έλαβε μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο διάστημα του Μεσοπολέμου εργάστηκε ως δημοσιογράφος στη Βιέννη και στο Βερολίνο, όπου έζησε για δώδεκα χρόνια.
Το πρώτο του μυθιστόρημα, Ο ιστός της αράχνης, δημοσιεύτηκε το 1923, σημειώνοντας σημαντική επιτυχία. Είναι από τους πρώτους διανοητές που στηλιτεύουν τον Χίτλερ. Τον Ιανουαρίου του 1933, όταν ο Χίτλερ αναγορεύεται καγκελάριος του Ράιχ, ο Ροτ μεταναστεύει οριστικά στο Παρίσι, όπου θα περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην αφάνεια, ως το θάνατό του το 1939.
Συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους λογοτέχνες της σύγχρονης εποχής, με έργα, όπως: Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ, Η κρύπτη των Καπουτσίνων, Ο θρύλος του Αγίου Πότη, Φυγή χωρίς τέλος, Ο βουβός προφήτης.

Κριτική
Joseph Roth