ICAP Group: Η έλλειψη ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής κρέατος οδήγησε στην αύξηση της εισαγωγικής διείσδυσης.
Οι τελευταίες μεταβολές και προοπτικές εξέλιξης του κλάδου του κρέατος παρουσιάζονται στην ενδέκατη έκδοση της κλαδικής μελέτης «Κρέας» της ICAP Group, μέλους του Ομίλου της Global Finance. Σημαντικότερο συμπέρασμα η μείωση που παρουσιάζεται την τελευταία δεκαετία στην εγχώρια αγορά κρέατος.Το κρέας αποτελεί βασικό είδος διατροφής στη χώρα μας και η ζήτηση του συνολικά χαρακτηρίζεται από […]
Οι τελευταίες μεταβολές και προοπτικές εξέλιξης του κλάδου του κρέατος παρουσιάζονται στην ενδέκατη έκδοση της κλαδικής μελέτης «Κρέας» της ICAP Group, μέλους του Ομίλου της Global Finance. Σημαντικότερο συμπέρασμα η μείωση που παρουσιάζεται την τελευταία δεκαετία στην εγχώρια αγορά κρέατος.
Το κρέας αποτελεί βασικό είδος διατροφής στη χώρα μας και η ζήτηση του συνολικά χαρακτηρίζεται από χαμηλή ελαστικότητα ως προς την τιμή. Οι μεταβολές στην τιμή δεν επηρεάζουν δραστικά τη συνολική κατανάλωση κρέα τος, ωστόσο μπορούν να καθορίζουν το βαθμό υποκατάστασης μεταξύ των διαφόρων ειδών κρέατος. Οι παράγοντες που επηρεάζουν περισσότερο τη ζήτηση είναι η αντίληψη περί ποιότητας του κρέατος, η οποία συνδέεται συχνά με την προέλευσή του, οι διατροφικές συνήθειες των καταναλωτών, τα έθιμα και οι παραδόσεις, τα οποία ευνοούν την κατανάλωση συγκεκριμένης κατηγορίας κρέατος σε συγκεκριμένες περιόδους κλπ.
Κύριο γνώρισμα του κλάδου είναι η πληθώρα επιχειρήσεων στον παραγωγικό τομέα. Στην αγορά του κρέατος λειτουργούν λίγες μεγάλες βιομηχανίες που λειτουργούν και ως σύνθετες καθετοποιημένες μονάδες, πλήθος χοιροτροφικών εκμεταλλεύσεων-μονάδων παραγωγής χοιρινού κρέατος και πτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων-μονάδων παραγωγής κρέατος πουλερικών, βοοτροφικές μονάδες κ.α.
Επιπλέον, η επεξεργασία και τυποποίηση κρέατος αποτελεί μόνη της το αντικείμενο πολλών εταιρειών, οι οποίες διευρύνουν την παρουσία τους στην αγορά. Οι μονάδες αυτές προμηθεύονται κρέας είτε από την εγχώρια αγορά είτε από το εξωτερικό και αναλαμβάνουν τον τεμαχισμό, την αποστέωση, την τυποποίηση σε συσκευασίες που προορίζονται είτε για «επαγγελματική» χρήση, είτε για λιανική πώληση, ή ακόμη την παραγωγή κρεατοσκευασμάτων.
Κατά το διάστημα 1986-2008 η εγχώρια ανθρώπινη κατανάλωση αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 0,67%, αν και παρουσίασε διακυμάνσεις. Ωστόσο την τελευταία δεκαετία η εξέλιξη ήταν φθίνουσα όπως προαναφέρθηκε. Σε γενικές γραμμές το μερίδιο της εγχώριας παραγωγής στην κατανάλωση μειώνεται διαχρονικά, ενώ ταυτόχρονα η εισαγωγική διείσδυση αυξάνεται (κυμάνθηκε μεταξύ 43%-48,5%) την τελευταία εξαετία. Η άνοδος αυτή των εισαγωγών αποδίδεται στις εγγενείς αδυναμίες της πρωτογενούς εγχώριας παραγωγής και στη μειωμένη ανταγωνιστικότητα των εγχώριων προϊόντων. Από την άλλη πλευρά, οι εξαγωγικές επιδόσεις της εγχώριας παραγωγής παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές το μερίδιο της εγχώριας παραγωγής στην κατανάλωση μειώνεται διαχρονικά, ενώ ταυτόχρονα η εισαγωγική διείσδυση αυξά νεται (κυμάνθηκε μεταξύ 43%-48,5%) την τελευταία εξαετία.
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής αγοράς απέσπασε το χοιρινό κρέας (ποσοστό 32,8% το 2008). Στη συνέχεια ακολουθεί το κρέας πουλερικών (με ποσοστό 26,8% το 2008) και το βόειο κρέας (18,3%).
Ο τομέας της εκτροφής και παραγωγής κρέατος αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα όσον αφορά την παραγωγική διαδικασία, αλλά και τον ανταγωνισμό από τα εισαγόμενα προϊόντα. Βασικό χαρακτηριστικό του κλάδου είναι ο κατακερματισμός της πρωτογενούς αγροτικής παραγωγής εν γένει και η ύπαρξη μεγάλου αριθμού κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, συνήθως μικρής παραγωγικής δυναμικότητας και χαμηλού ή μέτριου επιπέδου οργάνωσης. Η ελλιπής οργάνωση των περισσότερων εκτροφικών μονάδων δημιουργεί το επιπλέον πρόβλημα της χαμηλής απόδοσης του ζωικού κεφαλαίου σε κρέας.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την καλή οργάνωση των εκτροφικών μονάδων και το χαμηλότερο κόστος παραγωγής σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργεί έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των εγχωρίως παραγομένων και εισαγομένων προϊόντων, ο οποίος είναι εμφανής κυρίως στο επίπεδο των τιμών. Η εισαγωγική διείσδυση είναι μεγάλη στις κατηγορίες βοείου και χοιρινού κρέατος, ενώ στον τομέα της πτηνοτροφίας οι συνθήκες διαφέρουν και οι εισαγωγές παραμένουν σε περιορισμένα επίπεδα, λόγω του υψηλότερου επιπέδου οργάνωσης και του μεγάλου μεγέθους των κορυφαίων μονάδων.
Στα πλαίσια της μελέτης συνετάχθη ομαδοποιημένος ισολογισμός των παραγωγικών επιχειρήσεων κρέατος, βάσει δείγματος 37 εταιρειών, για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία τόσο για το 2006 όσο και για το 2007. Το σύνολο ενεργητικού των εταιρειών αυτών αυξήθηκε κατά 4,52% το 2007, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην αύξηση των απαιτήσεων και των διαθεσίμων. Οι συνολικές πωλήσεις των 37 εταιρειών του δείγματος αυξήθηκαν το 2007 κατά 25,14%.
Τα EBITDA παρουσίασαν επίσης σημαντική αύξηση (85,87%) το 2007, ωστόσο σε απόλυτο μέγεθος κυμάνθη καν σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τις αντίστοιχες πωλήσεις. Το τελικό καθαρό αποτέλεσμα παρέμεινε ζημιογόνο και τα δύο έτη, με τις ζημίες να μειώνονται το 2007. Ουσιαστικά η ζημιογόνα κατάληξη είναι συνέπεια των υψηλών λειτουργικών εξόδων που επιβαρύνουν δραστικά τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων του δείγματος.
Περαιτέρω, από τον ομαδοποιημένο ισολογισμό των εισαγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου του κρέατος (βάσει δείγματος 61 εταιρειών) προέκυψαν τα εξής.
Το σύνολο ενεργητικού αυξήθηκε κατά 13,3% το 2007 σε σχέση με το 2006. Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος μειώθηκαν το 2007 κατά 2,5%. Τα EBITDA αυξήθηκαν κατά 1,8% το 2007 και τελικά το κέρδος προ φόρου εισοδήματος διαμορφώθηκε στα ?19,6 εκατ. το 2007, σημειώνοντας μείωση 11,7% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.