Γιώργος Δημητριάδης
Αυτό το μήνα, η στήλη «Σε Πρώτο Πρόσωπο», φιλοξενεί τον τραγουδιστή και τραγουδοποιό Γιώργο Δημητριάδη, ο οποίος μοιράζεται μαζί μας εφηβικές αναμνήσεις από τη γενέτειρά του, τη Θεσσαλονίκη.
Αναμνήσεις της εποχής της αθωότητας που με το πέρασμα των χρόνων έγιναν βίώματα, ζωή!
Μια ζωή γεμάτη από μουσική που είναι φανερό πως κλείνει μέσα της όλη εκείνη την παιδική αθωόητα και ανεμελιά… καθώς οι ρόδες του ποδηλάτου γυρίζουν…
Γιώργος Δημητριάδης
«Ο Φωτογράφος»
Κάθε Κυριακή πρωί που έκανε λιακάδα έπαιρνα το ποδήλατό μου, εκείνο εκεί το πρώτο μου ποδήλατο που ήταν ρώσικης κατασκευής και είχε κάτι λάστιχα συμπαγή χωρίς αέρα τραντάζοντάς με στην παραμικρή λακουβίτσα πίσω από το σπίτι μου, και περνούσα απέναντι στην παραλία, κρυφά από τον πατέρα μου που δεν μ’ άφηνε, για να φτάσω μέχρι τον Λευκό Πύργο και μετά πίσω ξανά χωρίς χέρια, ορθοπεταλιά.
Ήταν η εποχή και οι μέρες που ο Θερμαϊκός μύριζε ακόμα εκείνη την υπνωτική όμορφη μπόχα κλειστού, βουρκώδους αλλά όχι χεσμένου από την μετέπειτα χούντα κόλπου- βλέπετε είχαν τη φαεινή και ελεεινή ιδέα να ρίξουν τους υπονόμους μέσα στη μήτρα του.
Ο μικρός λοιπόν αγέρωχος ποδηλάτης εφορμώντας εν είδη ρώσικου τανκ είχε στα δεξιά του το πάρκο όπου είχαν ήδη μαζευτεί όλες οι μαμάδες με τα παιδάκια τους, οι παππούδες με τις εφημερίδες τους, οι μεγαλοκυρίες της Β. Όλγας μετά των ευυπόληπτων συζύγων των, τα φτωχά νεανικά ζευγαράκια που έτρωγαν σπόρια αγναντεύοντας το επέκεινα του κόλπου σε μία ερωτική σιωπή.
Μπροστά του είχε τους μοναχικούς επερχόμενους διαβάτες συνήθως μεγάλης ηλικίας που περπατούσαν με βήμα σταθερό λόγω καρδιάς και βέβαια άλλους μαινόμενους μπόμπιρες που με καλύτερα ποδήλατα αυτοί και με χαρτάκι στις ακτίνες της ρόδας έτρεχαν δαιμονισμένοι αλά Hells Angels μινιατούρες πέρα δώθε σαν μύγες.
Στα αριστερά του είχε τη θάλασσα με τους γλάρους να φλυαρούν ακατάπαυστα χαρούμενοι για τα δολώματα από τα ψωμοτύρια που γλιστρούσαν από τα αγκίστρια των στωικών αυτοσχέδιων ψαράδων που περίμεναν να πιάσουν κανένα βουρκόψαρο και καμάρωναν σαν γύφτικα σκεπάρνια όταν έπιαναν κανένα κεφαλόπουλο.
Η απόσταση που είχα να διανύσω δεν ήταν μεγάλη, ωστόσο εμένα μου φαινόταν σαν να πήγαινα σε άλλο τόπο μακρινό, εγώ ήμουν μικρός κι άρα ο κόσμος μεγάλος, και καθώς πατούσα τα πετάλια με τα όντως δυνατά από τότε πόδια μου, έριχνα ματιές προς το λιμάνι που αγκάλιαζε στοργικά τα βαπόρια του αλλά κι εκείνα τα γκαζάδικα που είχαν πετάξει άγκυρα μέσα στα βαθιά του Θερμαϊκού.
Όταν είχε ειδικά κι εκείνον τον ελαφρύ βαρδαράκο όλα φαίνονταν ανάγλυφα εκεί μακριά στην Κατερίνη κι ένιωθα πως άγγιζα τον Όλυμπο που σηκωνόταν επιβλητικός μπροστά μου σαν για να μου θυμίσει πόσο μικρός του έπεφτα.
Όλα φαίνονταν τόσο μακριά γι’ αυτό και μαγικά όπως το μέλλον που ανοιγόταν μπροστά μου.
Έτρεχα φρέσκος μέσα στη ζωή. Έσκυβα το κεφάλι για λίγο και μετρούσα τα πλακάκια της παραλίας και όταν το σήκωνα ήδη είχα φτάσει στο Φάληρο και μετά στην Αγία Τριάδα και μετά ξαναέβαζα όλα μου τα δυνατά και έπιανα την Ευζώνων πλησιάζοντας στον προορισμό μου.
Φτάνοντας στον Λευκό Πύργο γύρω του ήταν μαζεμένοι εκείνοι οι κύριοι με τις λευκές φόρμες και με τις παμπάλαιες ήδη από τότε φωτογραφικές μηχανές με το τρίποδο.
Έμοιαζαν με ζαχαροπλάστες ή γιατρούς ντυμένοι στα άσπρα και γύρευαν ακούραστα να σου βγάλουν μία φωτογραφία μπροστά από το φετίχ της πόλης μας.
Συνήθως «τσιμπούσαν» κάτι φανταράκια, επίσης, συνήθως από την επαρχία τα περισσότερα, ξεσπιτωμένα και νταβραντισμένα και στέκονταν εκεί καμαρωτά με την ελπίδα πως δεν θα έβγαιναν με δυο κεφάλια για να την στείλουν στην καλή τους πίσω στο χουριό.
Εκεί έκανα μία στάση να πάρω σπόρια για την επιστροφή και κοντοστεκόμουνα δίπλα στη φωτογραφική μηχανή χαζεύοντας τις παλιές φωτογραφίες που ήταν κολλημένες πάνω της, κάτι σαν το portfolio των φωτογραφικών τους επιδόσεων.
Πρόσωπα παλιά, άντρες, γυναίκες και παιδιά, νέοι, γέροι, κοπέλες σαν τα κρύα τα νερά και κάτι κακάσχημες ξερακιανές γεροντοκόρες, πρόσωπα, πρόσωπα, πρόσωπα.
Τα κοιτούσα σαν υπνωτισμένος προσπαθώντας να βρω κάτι, να φανταστώ τις ζωές τους, από πού έρχονταν και που πήγαιναν, αν πέθαναν ακριβώς μετά από τη φωτογράφηση.
Με έπιανε μία μελαγχολία γιατί καταλάβαινα ίσως ασυνείδητα πως όλοι αυτοί εκεί είχαν περάσει στη λήθη, ίσως γιατί μία φωτογραφία δεν σώζει τη μνήμη, ίσως γιατί μία φωτογραφία τη σκοτώνει, την παγώνει στον χρόνο.
Με πλημμύριζε μία προσωρινή λύπη και καβαλούσα το βαρύ μου ποδήλατο για να γυρίσω πίσω στην ασφάλεια της γειτονιάς μου λες κι έφευγα από το νεκροταφείο…
Γι αυτό δεν τους άφησα ποτέ να με φωτογραφήσουν. Δεν ήθελα να κρεμαστώ κι εγώ εκεί σαν φαγιούμ άλλης εποχής αρχαίας και νεκρής.
Είχα τις δικές μου φωτογραφίες που γίνονταν σιγά-σιγά ταινίες, άλλες μεγάλου κι άλλες μικρού μήκους, κι έτσι μέχρι σήμερα πάλλονται και μιλάνε ακόμα ζωντανές κι άφθαρτες μέσα στην καρδιά μου.
Θα πεθάνουν όταν πεθάνω κι εγώ, αλλά και πάλι ίσως σωθούν περνώντας σ’ αυτό το χαρτί και ύστερα ίσως στις δικές σας.
29/6/09
Επιμέλεια: Ελσα Γράψα
- Ωράριο εργασίας: Σε εφαρμογή από 16/2 ο νέος εργασιακός νόμος με το 13ωρο – Τι πρέπει να γνωρίζετε
- Ο μύθος της ισότητας: πώς η Γαλλία επιστρέφει σε μια κοινωνία κληρονόμων
- Αγρότες: Αποχώρησαν από το μπλόκο του Προμαχώνα και ετοιμάζονται για την πανελλαδική σύσκεψη
- Πάτρα: Νεκρός πρώην προπονητής μετά από φωτιά στο σπίτι του
- Μεσσίες ή Τιμωροί; Τα φαινόμενα τύπου Καρυστιανού και η απαξίωση των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων
- LIVE: Κρίσταλ Πάλας – Τσέλσι
