Το 1980 αγόρασε ένα από τα πρώτα συνθεσάιζερ που εμφανίστηκαν στην ελληνική αγορά. Την επόμενη χρονιά, μετά το σεισμό στις Αλκυονίδες, προκάλεσε… σεισμό στην εγχώρια δισκογραφία με το πρωτοποριακό «Σαμποτάζ». Προσέγγισε με ξεχωριστό τρόπο τα τραγούδια του Χατζιδάκι και την ποίηση του Καρυωτάκη και στη συνέχεια ακολούθησε τα μονοπάτια της ηλεκτρονικής μουσικής, ντύνοντας τους στίχους της πότε με μελωδίες πότε με μίνιμαλ συνθέσεις και πότε με σκέτους ήχους. Μέχρι το 1990 είχε κυκλοφορήσει δέκα άλμπουμ· δέκα ηχητικά τοπία του έρωτα, της μοναξιάς, της χαμένης αθωότητας, της απουσίας αισθημάτων, των απρόσωπων πόλεων και της μεταμόρφωσης του ανθρώπου σε μηχανή κατανάλωσης. Οι δίσκοι της, προχωρημένοι εκείνη την εποχή ως φόρμα και λόγος, δεν γνώρισαν ευρεία αποδοχή. Στις εμφανίσεις της ωστόσο μαζευόταν ένα πιστό κοινό που μοιραζόταν τόσο τις ανησυχίες όσο και τον τρόπο με τον οποίο εκφραζόταν η καλλιτέχνις. Οι επανεκδόσεις της Λύρα δίνουν την ευκαιρία στο κοινό να ανακαλύψει την πιανίστα και συνθέτιδα Λένα Πλάτωνος και να αποκτήσει σε μορφή CD όσα δημιούργησε ένα κοφτερό μυαλό, που συνδύασε τους ψυχρούς ήχους και τις φωνές μέσα από παραμορφωτικά φίλτρα με μια σπάνια ευαισθησία.
Τα «Λεπιδόπτερα» θεωρούνται από τις πιο «βατές» δουλειές της Πλάτωνος. Με αφετηρία τις πεταλούδες, η Ελληνίδα δημιουργός μιλάει για μεταμορφώσεις, προσωπεία, απουσίες, σχέσεις, καθώς και για όλα όσα χάνονται ή αλλάζουν στο πέρασμα του χρόνου. Τα πλήκτρα έχουν και πάλι τον πρώτο λόγο, αλλά οι πιο «στρωτές» μελωδίες (σχετικά ευδιάκριτα κουπλέ και ρεφρέν) το κάνουν «προσβάσιμο» -εύκολο στο άκουσμα, αν θέλετε- σε ευρύτερο ακροατήριο.