27

Επιδείνωση εμφάνισε το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το έλλειμμα αυξήθηκε κατά 36,9% (2,032 δισ. ευρώ) και διαμορφώθηκε σε 7,537 εκατ. ευρώ.

Η εξέλιξη αυτή ανεβάζει το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο 4,6% του ΑΕΠ, ενώ μέχρι το τέλος του έτους η ΤτΕ προβλέπει ότι θα διαμορφωθεί στο 7,5% του ΑΕΠ, έναντι 6,3% του ΑΕΠ το 2003.

Η επιδείνωση στο οκτάμηνο αντανακλά κατά κύριο λόγο την μεγάλη αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου. Είναι ενδεικτικό ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο καυσίμων αυξήθηκε στο διάστημα αυτό κατά 29%.

Ταυτόχρονα, στο ίδιο διάστημα, μειώθηκε το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών μεταβιβάσεων και διευρύνθηκε το έλλειμμα του ισοζυγίου εισοδημάτων. Έτσι, η μικρή αύξηση του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών δεν ήταν ικανή να αντισταθμίσεις τις παραπάνω εξελίξεις.

Αναλυτικά, στο εμπορικό ισοζύγιο, η διεύρυνση του ελλείμματος, εκτός από το έλλειμμα στο ισοζύγιο καυσίμων, οφείλεται επίσης στο ισοζύγιο των πλοίων, το οποίο εμφάνισε έλλειμμα 310 εκατ. ευρώ, έναντι πλεονάσματος 526 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Οι εξελίξεις αυτές υπεραντιστάθμισαν την ευνοϊκή εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου, χωρίς καύσιμα και πλοία, το έλλειμμα του οποίου μειώθηκε κατά 569 εκατ. ευρώ.

Το πλεόνασμα του ισοζυγίου των υπηρεσιών διευρύνθηκε κατά 5,2% αντανακλώντας την αύξηση των καθαρών εισπράξεων από μεταφορικές και ταξιδιωτικές υπηρεσίες. Ειδικότερα, οι καθαρές εισπράξεις από μεταφορικές υπηρεσίες, κυρίως ναυτιλιακές, αυξήθηκαν κατά 432 εκατ. ευρώ (5%), ενώ οι ακαθάριστες εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες αυξήθηκαν (κατά 560 εκατ. ευρώ ή 7,5%).

Την ίδια περίοδο, το έλλειμμα του ισοζυγίου των εισοδημάτων αυξήθηκε κατά 671 εκατ. ευρώ, λόγω των αυξημένων καθαρών πληρωμών για τόκους, μερίσματα και κέρδη. Η αύξηση του ελλείμματος οφείλεται κυρίως στη συνεχιζόμενη αύξηση του διακρατούμενου από μη κατοίκους ποσού παλαιών και νέων ομολογιακών εκδόσεων του Δημοσίου.

Τέλος, η μείωση του πλεονάσματος του ισοζυγίου των τρεχουσών μεταβιβάσεων (κατά 800 εκατ. ευρώ), σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2004, οφείλεται κατά κύριο λόγο στη μείωση των καθαρών τρεχουσών μεταβιβάσεων από την ΕΕ προς τον τομέα της γενικής κυβέρνησης (κατά 484 εκατ. ευρώ).

Στο ισοζύγιο κεφαλαιακών μεταβιβάσεων το πλεόνασμα μειώθηκε κατά 25% σε σχέση με πέρυσι και διαμορφώθηκε στα 1.083 εκατ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά κυρίως τη μείωση των καθαρών κεφαλαιακών μεταβιβάσεων από την ΕΕ προς τον τομέα της γενικής κυβέρνησης (κατά 312 εκατ. ευρώ).

Στο ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών οι άμεσες επενδύσεις εμφάνισαν καθαρή εκροή ύψους 148 εκατ. ευρώ (έναντι καθαρής εισροής 600 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους). Την ίδια περίοδο σημειώθηκε καθαρή εισροή ύψους 7,302 δισ. ευρώ στην κατηγορία των επενδύσεων χαρτοφυλακίου, η οποία όμως ήταν μειωμένη κατά 32,1% σε σύγκριση με πέρυσι.

Το πλεόνασμα αντανακλά κατά κύριο λόγο την μεγάλη εισροή επενδυτικών κεφαλαίων ύψους 19,8 δισ. ευρώ, τα οποία τοποθετούνται κυρίως σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ