Στην πρωτεύουσα έξι στους δέκα Αθηναίους κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων
Έξι στους δέκα κατοίκους της Αθήνας δηλώνουν με μικρή ή μεγάλη βεβαιότητα ότι τις ημέρες των Ολυμπιακών Αγώνων θα παραμείνουν στην περιοχή της πρωτεύουσας, σύμφωνα με έρευνα που έγινε για λογαριασμό της Οργανωτικής Επιτροπής «Αθήνα 2004».
Έξι στους δέκα κατοίκους της Αθήνας (60,5%) δηλώνουν με μικρή (17,6% «μάλλον») ή μεγάλη βεβαιότητα (42,9% «σίγουρα») ότι τις ημέρες των Ολυμπιακών Αγώνων θα παραμείνουν στην περιοχή της πρωτεύουσας, σύμφωνα με έρευνα που έγινε για λογαριασμό της Οργανωτικής Επιτροπής «Αθήνα 2004».
Παράλληλα, οι τέσσερις στους δέκα Αθηναίους (40,7%) που δηλώνουν ότι θα παραμείνουν στην πρωτεύουσα, κατά τη διάρκεια των Αγώνων σκοπεύουν να πάνε στα στάδια για να παρακολουθήσουν τα αγωνίσματα ή τις τελετές έναρξης ή/και λήξης.
Εντούτοις, επικρατεί και πάλι η πρακτική της τελευταίας στιγμής, καθώς μόλις το 7,3% των Ελλήνων έχει ήδη προμηθευτεί εισιτήρια. Πάντως, το ενδιαφέρον μεγαλώνει και το 21,3% προσανατολίζεται σήμερα στο να αγοράσει εισιτήριο.
Όσον αφορά στα χαρακτηριστικά των θεατών των Αγώνων, πρόκειται κυρίως για άνδρες, για πολίτες μέσης και ανώτερης μόρφωσης, για ενεργό πληθυσμό αποτελούμενο σε μεγάλο βαθμό από μισθωτούς και φοιτητές, καθώς και για κατοίκους της Αθήνας και της Θεσαλλονίκης αλλά και κατοίκους κοντινών στην πρωτεύουσα περιοχών.
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, τρεις στους τέσσερις Έλληνες (74,1%) θεωρούν η Ολυμπιακή προετοιμασία έχει βελτιώσει την εικόνα της Ελλάδας στον υπόλοιπο κόσμο. Αντίθετα, μόλις 13,6% εμφανίζεται να πιστεύει ότι η πορεία των Ολυμπιακών προετοιμασιών έχει βλάψει το κύρος της χώρας διεθνώς.
Τέλος, οι πολίτες ανησυχούν ολοένα και λιγότερο για το ενδεχόμενο τρομοκρατικού χτυπήματος, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Σήμερα, το 70,9% θεωρεί το ενδεχόμενο επιθέσεων λίγο (25,9%) ή καθόλου πιθανό (44,9%). Αντίθετα το 28,2% εμφανίζεται ανήσυχο απέναντι στον κίνδυνο τρομοκρατικής ενέργειας.
Η έρευνα διενεργήθηκε από την κοινοπραξία MRB, Research International και VPRC σε πανελλαδικό δείγμα 2.000 ατόμων από τις 25 Ιουνίου έως και τις 2 Ιουλίου 2004.