Υψηλότερες αποζημιώσεις στους επιβάτες από τις «ασυνεπείς» αεροπορικές εταιρείες
Το «πράσινο φως» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έλαβε η νέα νομοθεσία για την προστασία των επιβατών, η οποία αναγκάζει τις αεροπορικές εταιρείες να διπλασιάσουν το ποσό της αποζημίωσης που καταβάλουν σε περίπτωση ακύρωσης ή καθυστέρησης των πτήσεων.
Με στόχο να δοθεί ένα τέλος στην ταλαιπωρία των επιβατών στις εναέριες μεταφορές εξαιτίας της ακύρωσης ή της καθυστέρησης των πτήσεων, αλλά και της κράτησης μεγαλύτερου αριθμού θέσεων από τις υπάρχουσες, η Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε την Πέμπτη τη σχετική έκθεση του Ιταλού ευρωβουλευτή κ. Λίζι.
Με τη νομοθετική ρύθμιση θεσπίζονται νέοι αυστηροί κανόνες αποζημίωσης των επιβατών των αεροπορικών εταιρειών και η παροχή βοήθειας σε τρεις περιπτώσεις: άρνηση επιβίβασης, ματαίωση ή μεγάλη καθυστέρηση πτήσης.
Στην περίπτωση άρνησης επιβίβασης των επιβατών με εισιτήριο, ο αερομεταφορέας θα έχει την υποχρέωση να απευθύνει αρχικά «έκκληση σε εθελοντές» για να παραιτηθούν της κράτησής τους, με το ανάλογο αντιστάθμισμα.
Για τους υπόλοιπους επιβάτες η εταιρεία οφείλει χρηματική αποζημίωση, τη δυνατότητα επιλογής θέσης σε άλλη πτήση με ταυτόχρονη καταβολή της τιμής του εισιτηρίου και την παροχή βοήθειας κατά τη διάρκεια της αναμονής.
Στην περίπτωση ματαίωσης της πτήσης, η εταιρεία εκμετάλλευσης οφείλει να παρέχει αντίστοιχες επιλογές, όπως στην περίπτωση της άρνησης επιβίβασης, εκτός εάν μπορεί να αποδείξει «έκτακτες περιστάσεις που δεν μπορούσαν να αποφευχθούν», ή εάν ο επιβάτης είχε ενημερωθεί πέντε ημέρες πριν από την πτήση του.
Στην περίπτωση μεγάλης καθυστέρησης, οι επιβάτες θα μπορούν να επιλέξουν μεταξύ της δυνατότητας αλλαγής πτήσης ή καταβολής της αξίας του εισιτηρίου με την παροχή συνδρομής κατά την περίοδο αναμονής.
Σημειώνεται ότι ο ισχύων σήμερα κανονισμός προβλέπει αποζημιώσεις μόνο στην περίπτωση άρνησης επιβίβασης.
Η χρηματική αποζημίωση (εκτός της επιστροφής του αντίτιμου του εισιτηρίου) έχει οριστεί σε 250 ευρώ για πτήσεις έως και 1.500 χιλιόμετρα, σε 400 ευρώ για όλες τις ενδοκοινοτικές πτήσεις άνω των 1.500 χιλομέτρων και σε 600 ευρώ για όλες τις άλλες περιπτώσεις.