Δεν υπάρχει κίνδυνος υπερχρέωσης των νοικοκυριών, τονίζουν οι τραπεζίτες
Τα περιθώρια δανεισμού των ελληνικών νοικοκυριών είναι ακόμη μεγάλα, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, τονίζουν οι τραπεζίτες, με αφορμή τις ανησυχίες που διατυπώνονται κατά καιρούς για τον κίνδυνο υπερχρέωσης.
Είναι τελικά τα ελληνικά νοικοκυριά υπερχρεωμένα; Αντιμετωπίζουν οι τράπεζες προβλήματα στην αποπληρωμή των δανείων; Τα ερωτήματα αυτά που απασχολούν εδώ και αρκετούς μήνες τραπεζίτες και καταναλωτές, γίνονται περισσότερο επίκαιρα από ποτέ μετά την δημοσιοποίηση των στοιχείων της ΤτΕ, σύμφωνα με τα οποία το Μάρτιο καταγράφηκε ρεκόρ όλων των εποχών όσον αφορά τον δανεισμό των νοικοκυριών από τις εμπορικές τράπεζες (25 δισ. ευρώ).
Οι τραπεζίτες απαντούν κατηγορηματικά: Τα ελληνικά νοικοκυριά στο σύνολο τους όχι μόνο δεν είναι υπερχρεωμένα, αλλά συγκρινόμενα με τα νοικοκυριά της υπόλοιπης Ευρώπης, έχουν ακόμη μεγάλα περιθώρια δανεισμού. Ο τραπεζικός δανεισμός προς τα νοικοκυριά ισούται με το 18% του διαθέσιμου εισοδήματος, σε σύγκριση με το 60% στην Ευρώπη και το 100% στις ΗΠΑ, γεγονός που επιβεβαιώνει τις μεγάλες προοπτικές του εγχώριου τραπεζικού συστήματος στο κερδοφόρο τομέα της λιανικής τραπεζικής.
Οι τραπεζίτες αναφέρουν πάντως ότι ορισμένος αριθμός νοικοκυριών έχει αρχίσει και αντιμετωπίζει προβλήματα στην αποπληρωμή των δανείων του, καθώς έχουν υπερχρεωθεί, υπογραμμίζουν όμως ότι ο αριθμός των νοικοκυριών αυτών είναι εντός των φυσιολογικών ορίων και δεν υπάρχει λόγος ιδιαίτερης ανησυχίας.
Τι τελικά λοιπόν πρέπει να προσέχει ο καταναλωτής προκειμένου να μην οδηγηθεί σε υπερχρέωση, καθώς σε καθημερινή βάση «βομβαρδίζεται» από δεκάδες δανειοδοτικά προϊόντα που παρουσιάζονται ως ευκαιρίες;
Όπως επισημαίνουν τραπεζίτες και αναλυτές, ο υποψήφιος δανειολήπτης θα πρέπει να υπολογίζει ότι το μέγιστο ποσό που μπορεί να καταβάλλει για την εξόφληση όλων των δανειακών του υποχρεώσεων είναι περίπου το 30% του μηνιαίου εισοδήματος του. Σε περίπτωση που υπερβαίνει το ποσοστό αυτό υπάρχουν σημαντικές πιθανότητες να αντιμετωπίσει πρόβλημα στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων του.
Ειδική προσοχή πρέπει να δίνει ο οικογενειάρχης στα δάνεια που έχουν μεγάλη χρονική διάρκεια και ειδικότερα στα στεγαστικά. Ο υποψήφιος δανειολήπτης θα πρέπει να είναι σε θέση να προβλέψει στον οικογενειακό προϋπολογισμό, σε μεσομακροπρόθεσμη βάση, τυχόν έκτακτες επιβαρύνσεις που, εάν δεν υπολογιστούν, μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την αποπληρωμή του δανείου. Οι επιβαρύνσεις αυτές συνδέονται με το ενδεχόμενο αύξησης του κυμαινόμενου επιτοκίου του στεγαστικού δανείου που έχει λάβει και θα επιβαρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Στη διαδικασία επιλογής ενός στεγαστικού δανείου δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παρασύρεται από τα ιδιαίτερα χαμηλά ελκυστικά επιτόκια που προσφέρονται για το πρώτο έτος, αλλά να βασίζεται στα επιτόκια αποπληρωμής για όλα τα υπόλοιπα έτη του δανείου (σταθερό ή κυμαινόμενο).
Μεγάλη σύνεση και προσοχή θα πρέπει να δείχνει και στην χρήση της πιστωτικής του κάρτας, που θα πρέπει να την βλέπει ως ένα χρήσιμο εργαλείο για την εξυπηρέτηση των καταναλωτικών αναγκών. Θα πρέπει να αποφεύγεται η χρέωση της κάρτας κοντά στο πιστωτικό όριο που έχει τεθεί από την τράπεζα, καθώς, μεταξύ άλλων, η χρήση της περιορίζεται, ενώ θα πρέπει να ωφελείται από την χρήση της για αγορές με άτοκες δόσεις, καθώς πρόκειται στην ουσία για ένα επιπλέον, άτοκο δάνειο.
Σημαντικό είναι επίσης να αποπληρώνει μεγαλύτερο ποσό από το ελάχιστο μηνιαίο ποσό που έχει καθοριστεί από την τράπεζα (που μπορεί να φθάνει μόλις το 3% του συνολικού υπολοίπου, καθώς έτσι ο κάτοχος της κάρτας κερδίζει από τους τόκους αλλά και το διαθέσιμο ποσό που του προσφέρει η κάρτα.
Επίσης, ο καταναλωτής θα πρέπει να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στα «ανοιχτά» δάνεια, ώστε να μην επιμηκύνεται ο χρόνος πληρωμής με την αποπληρωμή της ελάχιστης καταβολής. Σε τέτοια περίπτωση το κόστος κάλυψης των τόκων και επιβάρυνσης με ορισμένα επιπλέον έξοδα μπορεί να φθάσει υψηλά και το ανοιχτό δάνειο να κρατήσει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.