Ούπτον, Νέα Υόρκη: Οι ερευνητές του Brookhaven National Laboratory κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι παχύσαρκοι έχουν λιγότερους υποδοχείς ντοπαμίνης, της ουσίας δηλαδή που δημιουργεί το αίσθημα ικανοποίησης και ευχαρίστησης στον ανθρώπινο οργανισμό. Η έρευνα δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό Lancet.
Ούπτον, Νέα Υόρκη: Οι ερευνητές του Brookhaven National Laboratory κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι παχύσαρκοι έχουν λιγότερους υποδοχείς ντοπαμίνης, της ουσίας δηλαδή που δημιουργεί το αίσθημα ικανοποίησης και ευχαρίστησης στον ανθρώπινο οργανισμό. Η έρευνα δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό Lancet.
Οι ερευνητές εξέτασαν τον εγκέφαλο δέκα παχύσαρκων και δέκα ατόμων με φυσιολογικό βάρος με τη βοήθεια της τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET).
Αποφάνθηκαν ότι οι παχύσαρκοι έχουν λιγότερους υποδοχείς ντοπαμίνης σε σχέση με τους υπόλοιπους ανθρώπους και επομένως χρειάζεται να τρώνε περισσότερο για να έχουν το αίσθημα της ικανοποίησης.
O Δρ Τζορτζ Μπλάκμπερν, καθηγητής Β’ στο τμήμα Διατροφολογίας του Harvard Medical School, σχολίασε την έρευνα στο CNN τονίζοντας: “Είναι η πρώτη επιστημονική έρευνα για την έλλειψη υποδοχέων ντοπαμίνης που εξηγεί πειστικά το λόγο για τον οποίο οι παχύσαρκοι άνθρωποι ορέγονται το φαγητό”.
Ο ίδιος επισήμανε πως είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η παχυσαρκία δεν οφείλεται μόνο σε ψυχολογικά αίτια αλλά και σε οργανικά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με ανεξάρτητες έρευνες, τα επίπεδα της ινσουλίνης και της ορμόνης λεπτίνης συμβάλλουν επίσης στην παχυσαρκία.
Παράλληλα, ο Δρ Ρίτσαρντ Ατκινσον, καθηγητής της Ιατρικής και της Διατροφολογίας στο University of Wisconsin, τόνισε σχετικά: “Η έρευνα αυτή έχει τεράστια σημασία για όσους ασχολούνται με τη θεραπεία της παχυσαρκίας, καθώς αποδεικνύει ότι η καταπολέμησή της δεν εναπόκειται μόνο στη δυνατή θέληση του παχύσαρκου ατόμου”.
Ωστόσο, οι ερευνητές υπογράμμισαν την ανάγκη να γίνουν περαιτέρω μελέτες ώστε να πιστοποιηθεί η προτεινόμενη σχέση ανάμεσα στην έλλειψη υποδοχέων ντοπαμίνης και την παχυσαρκία και να παρασκευαστούν τα κατάλληλα φάρμακα.