Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια θεωρούνται εδώ και αιώνες έργα ενός μοναδικού ποιητή. Ο καθηγητής Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Γκρέγκορι Νάγκι, υποστηρίζει όμως ότι ο Όμηρος δεν ήταν απαραίτητα ένας άνθρωπος, αλλά το αποτέλεσμα μιας συλλογικής δημιουργικής διαδικασίας που διήρκεσε αιώνες.

«Ο Όμηρος δεν έγραψε τον Όμηρο.»

Για περισσότερους από δύο χιλιάδες χρόνια, η κυρίαρχη αντίληψη θέλει τον Όμηρο να είναι ο ιδιοφυής δημιουργός της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, των δύο επών που διαμόρφωσαν όσο λίγα κείμενα τον δυτικό πολιτισμό. Ωστόσο, σύμφωνα με τον καθηγητή Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Γκρέγκορι Νάγκι, αυτή η εικόνα πιθανότατα απέχει σημαντικά από την ιστορική πραγματικότητα, όπως υποστήριξε σε συνέντευξή του στον podcaster Τζόναθαν Μπάι. 

Έπειτα από δεκαετίες έρευνας πάνω στην ομηρική παράδοση, ο Νάγκι υποστηρίζει ότι τα δύο έπη δεν γεννήθηκαν από την πένα ενός μοναδικού ποιητή ούτε γράφτηκαν με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε σήμερα τη συγγραφή. Αντίθετα, αποτελούν την κορύφωση μιας μακραίωνης προφορικής παράδοσης, η οποία εξελίχθηκε σταδιακά μέσα από αμέτρητες δημόσιες απαγγελίες, διαγωνισμούς και δημιουργικές παρεμβάσεις διαφορετικών ποιητών.

YouTube video player

Τα έπη που δεν γράφτηκαν ποτέ

Η αφετηρία της θεωρίας του Νάγκι βρίσκεται σε μια παρατήρηση που ανέτρεψε τον τρόπο με τον οποίο οι φιλόλογοι προσεγγίζουν τα ομηρικά έπη.

Όπως εξηγεί, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν συντέθηκαν αρχικά ως γραπτά έργα. Οι δημιουργοί τους δεν έγραφαν, δεν απομνημόνευαν ένα ολοκληρωμένο κείμενο ούτε το απήγγελλαν κατά λέξη. Αντίθετα, συνέθεταν κάθε φορά το ποίημα προφορικά, τη στιγμή της εκτέλεσης, αξιοποιώντας τεχνικές που είχαν εξελιχθεί μέσα σε μια παράδοση αιώνων.

Η άποψη αυτή βασίζεται στις έρευνες των Μίλμαν Πάρι και Άλμπερτ Λορντ, οι οποίοι τη δεκαετία του 1930 μελέτησαν προφορικούς επικούς ποιητές στη Γιουγκοσλαβία. Εκεί διαπίστωσαν ότι ορισμένοι τραγουδιστές μπορούσαν να αφηγηθούν έπη χιλιάδων στίχων χωρίς να χρησιμοποιούν γραπτό κείμενο, αυτοσχεδιάζοντας κάθε φορά πάνω σε ένα κοινό παραδοσιακό υλικό.

Για τον Νάγκι, το εύρημα αυτό αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημα ότι κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και στην αρχαία Ελλάδα.

Ένα ποίημα διαφορετικό σε κάθε απαγγελία

Η προφορική σύνθεση δεν σήμαινε ότι κάθε αφήγηση ήταν εντελώς διαφορετική. Αντίθετα, οι ποιητές χρησιμοποιούσαν έναν κοινό «γλωσσικό μηχανισμό»: σταθερές εκφράσεις, χαρακτηριστικούς επιθετικούς προσδιορισμούς, επαναλαμβανόμενες σκηνές και αφηγηματικά μοτίβα που λειτουργούσαν σαν δομικά στοιχεία.

Έτσι, μπορούσαν να δημιουργούν χιλιάδες στίχους σε πραγματικό χρόνο, προσαρμόζοντας κάθε φορά την αφήγηση στο κοινό, στη διάρκεια της παράστασης ή ακόμη και στις αντιδράσεις των ακροατών.

Ο Νάγκι επισημαίνει ότι η προφορική ποίηση λειτουργεί με δύο βασικούς μηχανισμούς: τη συμπύκνωση και την ανάπτυξη. Ο ίδιος μύθος μπορεί να παρουσιαστεί σε λίγους στίχους ή να εξελιχθεί σε μια αφήγηση χιλιάδων στίχων, ανάλογα με τις συνθήκες της εκτέλεσης και το ενδιαφέρον του ακροατηρίου.

Σύμφωνα με τον καθηγητή, αυτή η ευελιξία εξηγεί γιατί τα ομηρικά έπη διαθέτουν τόσο μεγάλη συνοχή, χωρίς ωστόσο να αποτελούν προϊόν μιας μοναδικής στιγμής δημιουργίας.

Η αποθέωση του Ομήρου (Ζαν Ωγκύστ Ντομινίκ Ενγκρ, 1827). Στα πόδια του η Ιλιάδα και η Οδύσσεια.

Ο «Όμηρος» ίσως να μην ήταν ποτέ ένας άνθρωπος

Η πιο ριζοσπαστική θέση του Γκρέγκορι Νάγκι αφορά τον ίδιο τον Όμηρο. Για τον καθηγητή του Χάρβαρντ, το ερώτημα δεν είναι αν υπήρξε ή όχι ένα ιστορικό πρόσωπο με αυτό το όνομα, αλλά τι ακριβώς αντιπροσώπευε η λέξη «Όμηρος» για τους αρχαίους Έλληνες.

Κατά την ερμηνεία του, ο Όμηρος δεν ήταν απαραίτητα ένας μεμονωμένος ποιητής, αλλά το σύμβολο μιας δημιουργικής διαδικασίας που διήρκεσε πολλούς αιώνες. Τα ομηρικά έπη δεν γεννήθηκαν σε μία στιγμή έμπνευσης ούτε ολοκληρώθηκαν από έναν συγγραφέα που παρέδωσε το οριστικό χειρόγραφο. Αντίθετα, εξελίσσονταν διαρκώς, καθώς κάθε νέα γενιά ραψωδών παρέδιδε την παράδοση στην επόμενη, προσθέτοντας μικρές αλλαγές, νέες διατυπώσεις ή διαφορετικές αφηγηματικές επιλογές.

«Δεν συνεργάζομαι μόνο με όλους τους προγενέστερους ποιητές· ανταγωνίζομαι κιόλας μαζί τους. Αυτό είναι η προφορική παράδοση.»

Ο Νάγκι υποστηρίζει ότι ακόμη και η ετυμολογία του ονόματος «Όμηρος» ενισχύει αυτή την προσέγγιση. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η λέξη μπορεί να συνδέεται με την έννοια εκείνου που «ενώνει» ή «συνδέει» ανθρώπους και κοινότητες, ενώ στην αρχαία παράδοση σχετίζεται και με τον «όμηρο», το πρόσωπο που δινόταν ως εγγύηση για την τήρηση μιας συμφωνίας. Ετυμολογικά, στα αρχαία ελληνικά το όνομα συνδέεται με το ρήμα αραρίσκω και το επίθετο ομός, που σημαίνει «ο συνενωτής» ή «αυτός που ταιριάζει από κοινού». Μέσα από αυτόν τον συμβολισμό, ο Όμηρος παρουσιάζεται ως εκείνος που ενοποιεί τον ελληνικό κόσμο μέσω της κοινής ποιητικής μνήμης και όχι απαραίτητα ως ένα ιστορικό πρόσωπο.

Οι ποιητές δημιουργούσαν μαζί με το κοινό

Ένα από τα στοιχεία που θεωρεί καθοριστικά ο Νάγκι είναι ο ενεργός ρόλος του ακροατηρίου.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ένας προφορικός ποιητής δεν εκτελούσε ένα «κλειδωμένο» έργο. Αντιθέτως, παρακολουθούσε διαρκώς τις αντιδράσεις του κοινού και προσαρμοζόταν σε αυτές. Αν οι ακροατές έδειχναν ενδιαφέρον, μπορούσε να επεκτείνει μια σκηνή ή να αναπτύξει περισσότερο έναν χαρακτήρα. Αντίθετα, όταν το ενδιαφέρον μειωνόταν, η αφήγηση γινόταν πιο σύντομη και πυκνή.

Για να εξηγήσει αυτή τη δυναμική, ο καθηγητής χρησιμοποιεί παραδείγματα από διαφορετικές προφορικές παραδόσεις, όπως οι Κιργίζιοι επικοί ποιητές αλλά και οι μεσαιωνοί Ιρλανδοί βάρδοι. Όπως σημειώνει, όλοι λειτουργούσαν μέσα σε μια συνεχή σχέση αλληλεπίδρασης με το κοινό τους, γεγονός που διαμόρφωνε κάθε νέα εκτέλεση του έργου.

Μάλιστα, θεωρεί ότι ίχνη αυτής της παράδοσης σώζονται και στην ίδια την Οδύσσεια. Όταν ο Οδυσσέας αφηγείται τις περιπέτειές του στους Φαίακες, ρωτά τον βασιλιά και τη βασίλισσα αν έχει μιλήσει υπερβολικά. Εκείνοι τον προτρέπουν να συνεχίσει όλη τη νύχτα. Για τον Νάγκι, αυτή η σκηνή δεν αποτελεί απλώς λογοτεχνικό εύρημα, αλλά αντανάκλαση της πραγματικής σχέσης ανάμεσα στον προφορικό ποιητή και το ακροατήριό του.

Όμηρος, 1663. Έργο του Ρέμπραντ

Όμηρος, 1663. Έργο του Ρέμπραντ

Από τις τοπικές παραδόσεις στα πανελλήνια φεστιβάλ

Η θεωρία του Νάγκι δεν σταματά στην προφορική δημιουργία. Προσπαθεί επίσης να εξηγήσει πώς τα αμέτρητα τοπικά αφηγήματα κατέληξαν στα δύο γνωστά έπη που διαβάζουμε σήμερα.

Κατά την άποψή του, η εξέλιξη αυτή δεν υπήρξε στιγμιαία αλλά πέρασε από διαδοχικά στάδια. Στην αρχή υπήρχαν πολλές διαφορετικές τοπικές εκδοχές των ίδιων ιστοριών. Στη συνέχεια, καθώς οι ελληνικές πόλεις άρχισαν να διοργανώνουν κοινές γιορτές και αγώνες, οι ποιητές ήρθαν σε επαφή μεταξύ τους και οι αφηγήσεις άρχισαν να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη ομοιομορφία.

Η καθοριστική καμπή, σύμφωνα με τον καθηγητή, ήρθε στα Παναθήναια της Αθήνας, όπου οι ραψωδοί παρουσίαζαν τα έπη μπροστά σε πανελλήνιο κοινό. Εκεί η συνεχής δημόσια απαγγελία και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους ικανότερους ραψωδούς οδήγησαν σταδιακά στη διαμόρφωση μιας ολοένα πιο σταθερής μορφής των επών, χωρίς όμως να σημαίνει ότι υπήρξε κάποια στιγμή ένας μόνο δημιουργός που τα συνέγραψε.

Η «κρυστάλλωση» των επών

Για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκαν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, ο Γκρέγκορι Νάγκι χρησιμοποιεί έναν όρο που ο ίδιος θεωρεί πιο εύστοχο από λέξεις όπως «οριστικοποίηση» ή «παγίωση»: την κρυστάλλωση.

«Διάλεξα τη λέξη “κρυστάλλωση” επειδή είναι όμορφη.»

Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Όπως εξηγεί, ένας κρύσταλλος δεν δημιουργείται στιγμιαία. Σχηματίζεται σταδιακά, αποκτώντας ολοένα πιο καθαρή μορφή, χωρίς όμως να χάνει την πολυπλοκότητα της δομής του. Κάτι αντίστοιχο, υποστηρίζει, συνέβη και με τα ομηρικά έπη. Για αιώνες η παράδοση παρέμενε «ρευστή», επιτρέποντας στους ποιητές να προσθέτουν ή να τροποποιούν επιμέρους στοιχεία. Σταδιακά, όμως, οι αφηγήσεις σταθεροποιήθηκαν, ώσπου απέκτησαν τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.

«Κάτι ρευστό γίνεται στερεό, αλλά παραμένει όμορφο.»

Ο Νάγκι θεωρεί ότι αυτό το μοντέλο εξηγεί καλύτερα γιατί στα έπη συνυπάρχουν στοιχεία που φαίνεται να προέρχονται από πολύ διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Κάποια επεισόδια, κατά την άποψή του, μπορεί να διατηρούν αναμνήσεις ακόμη και από τη Μυκηναϊκή εποχή, ενώ άλλα αντανακλούν μεταγενέστερες κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες. Αντί να ανήκουν σε μία μόνο εποχή, τα ποιήματα λειτουργούν σαν ένα αρχείο συλλογικής μνήμης που εμπλουτιζόταν επί αιώνες.

Λεπτομέρεια του Παρνασσού (ζωγραφισμένη 1509–1510), πίνακα του Ραφαήλ. Ο πίνακας απεικονίζει τον Όμηρο να φορά ένα στέμμα από δάφνες στην κορυφή του Παρνασσού, με τον Δάντη Αλιγκέρι στα δεξιά του και τον Βιργίλιο στα αριστερά του.

Λεπτομέρεια του Παρνασσού (ζωγραφισμένη 1509–1510), πίνακα του Ραφαήλ. Ο πίνακας απεικονίζει τον Όμηρο να φορά ένα στέμμα από δάφνες στην κορυφή του Παρνασσού, με τον Δάντη Αλιγκέρι στα δεξιά του και τον Βιργίλιο στα αριστερά του.

Μια σκηνή που ταξίδεψε για χίλια χρόνια

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαχρονικής εξέλιξης, ο καθηγητής αναφέρεται σε μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της Ιλιάδας: τον αποχαιρετισμό του Έκτορα στην Ανδρομάχη και στον μικρό Αστυάνακτα.

Λίγο πριν επιστρέψει στη μάχη γνωρίζοντας ουσιαστικά ότι οδηγείται στον θάνατο, ο Έκτορας σκύβει να φιλήσει τον γιο του. Το παιδί, όμως, τρομάζει βλέποντας την αλογότριχα που κυματίζει στην περικεφαλαία του πατέρα του. Εκείνος χαμογελά, βγάζει το κράνος και αγκαλιάζει για τελευταία φορά τον γιο του.

Για τον Νάγκι, αυτή η λεπτομέρεια δεν είναι τυχαία. Επικαλούμενος την αρχαιολόγο Έμιλι Βερμιούλ, σημειώνει ότι το συγκεκριμένο είδος κράνους παραπέμπει σε πολύ παλαιότερη εποχή, γεγονός που δείχνει πως η σκηνή ίσως διασώζει μια μνήμη που ανάγεται ακόμη και στη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Αν ισχύει αυτή η ερμηνεία, τότε ένα από τα πιο ανθρώπινα επεισόδια της Ιλιάδας μπορεί να επιβίωσε αναλλοίωτο επί περισσότερο από χίλια χρόνια πριν αποκτήσει την τελική του μορφή.

Γιατί η προφορική παράδοση δεν ήταν κατώτερη από τη γραφή

Η σύγχρονη αντίληψη συχνά αντιμετωπίζει τη γραφή ως το ανώτερο στάδιο της λογοτεχνικής δημιουργίας. Ο Νάγκι θεωρεί ότι αυτή η άποψη είναι προϊόν της δικής μας εποχής και δεν αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονταν οι αρχαίοι Έλληνες.

Όπως υποστηρίζει, για πολλούς αιώνες η γραφή δεν αντικαθιστούσε την προφορική εκτέλεση. Ένα γραπτό κείμενο αποκτούσε πραγματική υπόσταση μόνο όταν κάποιος το διάβαζε μεγαλόφωνα. Με άλλα λόγια, η ανάγνωση αποτελούσε μια νέα παράσταση και όχι απλή αναπαραγωγή ενός στατικού κειμένου.

«Οι άνθρωποι έχουν την προκατάληψη ότι χωρίς γραφή δεν μπορεί να υπάρξει ιδιοφυΐα.»

Ο καθηγητής φέρνει ως παράδειγμα ακόμη και τον Ηρόδοτο, ο οποίος παρουσιάζει το έργο του ως δημόσια «επίδειξη» της έρευνάς του, διατηρώντας έντονα στοιχεία της προφορικής παράδοσης. Αντίθετα, θεωρεί ότι ο Θουκυδίδης σηματοδοτεί μια ουσιαστική αλλαγή, καθώς συνθέτει πλέον ένα έργο σχεδιασμένο πρωτίστως για ανάγνωση και όχι για δημόσια απαγγελία.

Για τον Νάγκι, η μετάβαση αυτή δεν σημαίνει ότι η προφορική ποίηση ήταν λιγότερο σύνθετη ή λιγότερο δημιουργική. Αντίθετα, θεωρεί ότι απαιτούσε εξαιρετικά ανεπτυγμένες τεχνικές σύνθεσης, μνήμης και αυτοσχεδιασμού, οι οποίες χάθηκαν όταν η γραφή έγινε το κυρίαρχο μέσο μετάδοσης των κειμένων.

Χάρτης της Ελλάδας στο σύμπαν της Ιλιάδας

Χάρτης της Ελλάδας στο σύμπαν της Ιλιάδας

Γιατί η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» μοιάζουν να έχουν έναν μόνο δημιουργό;

Ένα από τα βασικότερα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει η θεωρία του Γκρέγκορι Νάγκι είναι ίσως και το πιο προφανές: αν τα ομηρικά έπη αποτελούν προϊόν μιας προφορικής παράδοσης που εξελίχθηκε επί αιώνες, γιατί παρουσιάζουν τόσο εντυπωσιακή συνοχή;

Για πολλούς μελετητές, αυτή ακριβώς η ενότητα αποτελεί ένδειξη ότι πίσω από τα έργα κρύβεται ένας μοναδικός ποιητής. Ο Νάγκι, όμως, διαφωνεί. Κατά την άποψή του, η συνοχή δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ενός δημιουργού, αλλά την επιτυχία μιας μακρόχρονης συλλογικής διαδικασίας, κατά την οποία η παράδοση βελτιωνόταν συνεχώς μέσα από συνεργασία και ανταγωνισμό ανάμεσα στους ραψωδούς.

Όπως εξηγεί, κάθε νέος ποιητής δεν ξεκινούσε από το μηδέν. Παραλάμβανε μια ήδη διαμορφωμένη αφήγηση, την οποία προσπαθούσε να παρουσιάσει καλύτερα από τους προκατόχους του. Η καινοτομία δεν προερχόταν από την επινόηση μιας νέας ιστορίας, αλλά από τη δεξιότητα με την οποία ο ποιητής αξιοποιούσε το κοινό υλικό.

Η «σύνθεση σε δακτύλιο»

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της προφορικής παράδοσης, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι η λεγόμενη «σύνθεση σε δακτύλιο» (ring composition).

Πρόκειται για μια αφηγηματική τεχνική κατά την οποία τα επεισόδια οργανώνονται συμμετρικά. Η αφήγηση ξεκινά από ένα θέμα, απομακρύνεται σταδιακά από αυτό και, πριν ολοκληρωθεί, επιστρέφει ξανά στο αρχικό σημείο, δημιουργώντας μια κυκλική δομή.

«Δεν πιστεύω ότι υπήρξε μια στιγμή όπου κάποιος είπε: “Αυτό είναι, ας το γράψουμε για να μη χαθεί”.»

Για τον Νάγκι, αυτή η μορφή οργάνωσης δεν είναι τυχαία. Εξυπηρετούσε τόσο τη μνήμη του προφορικού ποιητή όσο και την κατανόηση του ακροατηρίου. Παράλληλα, λειτουργούσε ως μηχανισμός συνοχής, επιτρέποντας στις μεγάλες αφηγήσεις να διατηρούν ενιαία δομή ακόμη και χωρίς γραπτό κείμενο.

Η Αποθέωση του Ομήρου σε γλυπτό. Μαρμάρινο ανάγλυφο του Αρχίλαου της Πριήνης (3ος αιώνας π.Χ., Βρετανικό Μουσείο).

Η Αποθέωση του Ομήρου σε γλυπτό. Μαρμάρινο ανάγλυφο του Αρχίλαου της Πριήνης (3ος αιώνας π.Χ., Βρετανικό Μουσείο).

Οι επικρίσεις και η απάντησή του

Η θεωρία της «κρυστάλλωσης» δεν έχει γίνει αποδεκτή από όλους τους μελετητές.

Ο Νάγκι αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις επιφυλάξεις που έχουν διατυπωθεί από τον φιλόλογο Ρίτσαρντ Τζάνκο, ο οποίος, μέσα από γλωσσολογική ανάλυση, υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος της γλώσσας της Ιλιάδας και της Οδύσσειας παραπέμπει κυρίως στον 8ο αιώνα π.Χ. Αν αυτό ισχύει, υποστηρίζουν οι επικριτές, τότε η μακραίωνη διαδικασία εξέλιξης που προτείνει ο Νάγκι ίσως δεν ήταν τόσο εκτεταμένη όσο ο ίδιος θεωρεί.

«Δεν είναι μόνο ότι συνεργάζεσαι με την παράδοση. Κάθε νέος ποιητής προσπαθεί να ξεπεράσει τον προηγούμενο.»

Η απάντησή του είναι ότι η γλώσσα των επών δεν αποτελεί προϊόν μίας μόνο εποχής. Αντίθετα, ακόμη και μέσα στον ίδιο στίχο μπορούν να συνυπάρχουν πολύ αρχαία και μεταγενέστερα γλωσσικά στοιχεία. Η προφορική παράδοση, εξηγεί, αντικαθιστούσε σταδιακά λέξεις που έπαυαν να χρησιμοποιούνται, διατηρούσε όμως όσες θεωρούνταν αναντικατάστατες ή είχαν αποκτήσει ιδιαίτερο κύρος μέσα στην ποιητική γλώσσα.

Μια διαφορετική ματιά στον Όμηρο

Είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι με τις θέσεις του, η προσέγγιση του Γκρέγκορι Νάγκι αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να διαβάσουμε τα δύο σημαντικότερα έπη της αρχαιότητας.

Αντί να αναζητούμε έναν μοναχικό ιδιοφυή ποιητή που δημιούργησε μέσα σε λίγα χρόνια την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, ο καθηγητής προτείνει να τα δούμε ως το αποτέλεσμα μιας συλλογικής πολιτισμικής διαδικασίας που διήρκεσε πολλούς αιώνες. Κάθε γενιά ποιητών κληρονομούσε το έργο της προηγούμενης, το βελτίωνε, το προσάρμοζε στο κοινό της και το παρέδιδε στην επόμενη.

Μέσα από αυτή τη διαρκή εξέλιξη γεννήθηκαν δύο έργα που, σύμφωνα με τον Νάγκι, δεν ανήκουν σε έναν άνθρωπο αλλά σε ολόκληρη την ελληνική προφορική παράδοση. Ο «Όμηρος», με αυτή την έννοια, δεν είναι μόνο ένα όνομα· είναι το σύμβολο μιας δημιουργικής διαδικασίας που κατόρθωσε να επιβιώσει επί αιώνες, μέχρι να αποκτήσει τη μορφή με την οποία έφτασε στις μέρες μας.