Από Δευτέρα 20 Ιουλίου, ο καύσωνας επέστρεψε σε ορισμένες περιοχές της χώρας, φτάνοντας τους 41°C, θέτοντας επί ποδός την Επιτροπή Εκτίμησης Κινδύνου, και το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας. Αυτές οι ενέργειες, όμως, δεν μπορούν να αντισταθμίσουν μια ζοφερή πραγματικότητα: Οι ελληνικές πόλεις αυξάνουν τη θερμοκρασία και όχι αποκλειστικά λόγω κλιματικής αλλαγής.

Η Ελλάδα κατατάσσεται 24η από 28 ευρωπαϊκές χώρες, στο ποσοστό του αστικού πληθυσμού που ζει σε περιοχές που πληρούν τον κανόνα 3-30-300, σύμφωνα με έρευνα δημοσιευμένη στο περιοδικό Νature Communications.

Σημειώνεται ότι ο κανόνας 3-30-300 είναι μια κατευθυντήρια αρχή του Ολλανδού καθηγητή δασοκομίας Σέσιλ Κονάινενταϊκ για τον σχεδιασμό πιο υγιών και βιώσιμων πόλεων. Δηλαδή να μπορεί να δει κανείς, έστω, 3 δέντρα από το σπίτι του, να υπάρχει κάλυψη από κόμη δέντρων κατά 30% σε κάθε γειτονιά και να ζει κανείς σε απόσταση 300 μέτρων από ένα πάρκο ή άλσος.

Η έρευνα μελέτησε γεωχωρικά και δορυφορικά δεδομένα από 14 ελληνικές πόλεις και 862 συνολικά ευρωπαϊκές. Από αυτές τις ελληνικές μισές ανήκουν στην τελευταία κατηγορία, δηλαδή σχεδόν της απόλυτης ξεραΐλας. Σε Χανιά, Ηράκλειο, Βόλο, Λάρισα, Τρίκαλα, Κατερίνη και Ξάνθη, λιγότερο από το 2% των κατοίκων απολαμβάνουν ταυτόχρονα και τις τρεις παραμέτρους του πράσινου κανόνα.

«Οι πόλεις χαρακτηρίζονται από μεγάλη ανομοιογένεια. Για μία μικρή πόλη στην περιφέρεια ίσως ο κανόνας 3-30-300 να μην έχει πολύ μεγάλη σημασία, αλλά για τις μεγάλες πόλεις είναι ένα ζωτικής σημασίας ζήτημα» αναφέρει στο in η Πρέσβειρα Ευρωπαϊκού Κλιματικού Συμφώνου, δρ. Πολιτικών Επιστημών  Αλεξάνδρα Πολιτάκη.

Πράγματι, στη δεύτερη κατηγορία βρίσκονται οι Αθήνα, Καβάλα και Σέρρες στις οποίες μόλις το 2% έως 4% ζει σε περιοχές που πληρούν τα τρία κριτήρια.

Σε κάπως καλύτερη θέση -συγκριτικά με τα ελληνικά δεδομένα πάντα- βρίσκονται η Θεσσαλονίκη, μαζί με την Πάτρα, την Καλαμάτα και τα Γιάννενα, με τα ποσοστά των κατοίκων όπου ζουν σε περιοχές που πληρούν τα τρία κριτήρια  να κυμαίνεται από 8% ως 15%. Την ίδια στιγμή, οι επιφανειακές θερμοκρασίες στις αστικές περιοχές, σύμφωνα με το Joint Research Centre της Κομισιόν, μπορούν να είναι έως και 15°C υψηλότερες από ό,τι στις αγροτικές περιοχές, αυξάνοντας σημαντικά την έκθεση στη ζέστη.

Η ταξικότητα πίσω από το πράσινο

Στην πρωτεύουσα, κάποιες περιοχές -όπως Κηφισιά, Χαλάνδρι ή Μελίσσια- έχουν συνδεθεί με πιο εύπορους πολίτες. Συμπτωματικά, σε αυτούς τους Δήμους, συναντά κανείς περισσότερο πράσινο απ΄ ότι στις υπόλοιπες περιοχές.

«Οι πόλεις δεν είναι ουδέτερες πολιτικά κατασκευές, ούτε φαινόμενα έξω από χαρακτηριστικά όπως η ταξικότητα» σημειώνει κα. Πολιτάκη, φέρνοντας το παράδειγμα του Παπάγου και της Φιλοθέης.

«Η περιοχή Παπάγου σχεδιάστηκε εξαρχής ως κηπούπολη, η Φιλοθέη με χαμηλή δόμηση και μεγάλους ιδιωτικούς κήπους». Αντίθετα,  η Κυψέλη είναι από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης. «Η περιοχή Παπάγου ανταποκρίνεται σχεδόν ολοκληρωτικά στο κριτήριο 3-30-300, η Φιλοθέη επίσης, με κάποιες εξαιρέσεις σε ό,τι αφορά την απόσταση από τα πάρκα (300), ενώ η Κυψέλη δεν ανταποκρίνεται σε καμία από τις παραμέτρους, παρά μόνο σε κάποια σημεία πολύ περιορισμένης έκτασης» υπογραμμίζει.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη και παρόλο που η γενικευμένη στεγαστική κρίση σήμερα έχει μειώσει τις δυνατότητες στην επιλογή  κατοικίας, η ίδια υπογραμμίζει πως ανάμεσα στα πρώτα κριτήρια αξιολόγησης μιας περιοχής ως «καλή» παραμένουν οι κήποι, οι χώροι πρασίνου, τα δέντρα, τα κοντινά και εύκολα προσβάσιμα δημόσια πάρκα, τα δάση.

Ένας άλλος παράγοντας που συνδέει τις ανισότητες με την έλλειψη πράσινου είναι και η αδυναμία ανταπόκρισης των πολιτών στην πληρωμή λογαριασμών για να δροσιστούν. Η αδυναμία μάλιστα επαρκούς δροσισμού των σπιτιών είναι η επιτομή της ενεργειακής ευαλωτότητας, σύμφωνα με την Αλεξάνδρα Πολιτάκη.

Όπως εξηγεί η ίδια, «σε ένα αστικό περιβάλλον η πυκνή δόμηση και οι μεγάλες επιφάνειες τσιμέντου ανεβάζουν τη θερμοκρασία στην ατμόσφαιρα από 1°C έως 3°C, αλλά ίσως οι μετρήσεις δείξουν πλέον πολύ περισσότερο. Αυτό σημαίνει αυξημένες ανάγκες δροσισμού των σπιτιών».

Επισημαίνοντας επιπλέον η κα Πολιτάκη ότι το κτιριακό οικιστικό μας απόθεμα είναι παλιό, και στην πλειοψηφία τους τα σπίτια ανταποκρίνονται σε χαμηλές, πολύ χαμηλές, ή και καθόλου ενεργειακές αποδόσεις (ακόμη και έλλειψη μέσων δροσισμού), τονίζει ότι οι απαιτήσεις σε ενέργεια αυξάνονται, με αποτέλεσμα οι ενεργειακά ευάλωτοι συμπολίτες μας να μην μπορούν να ανταποκριθούν, ή να δυσκολεύονται πάρα πολύ.

Έτσι, φτάνουμε τελικά στο δίλημμα, όπως λέει χαρακτηριστικά η ίδια  «chill or bill» (δροσιά ή πληρωμή λογαριασμού).  «Επομένως, περισσότερο πράσινο περισσότερος φυσικός δροσισμός, μειωμένες απαιτήσεις σε ενέργεια».

Η κουλτούρα

Οι εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις της Ελλάδας στην παρουσία πράσινου συνδέονται τόσο με τις πολεοδομικές επιλογές του παρελθόντος όσο και με βαθύτερες πολιτικές, κοινωνικές ή πολιτισμικές προτεραιότητες και που βρίσκονται αυτές στην «ατζέντα» ευρύτερων ζητημάτων π.χ. η αντίληψη για τον χαρακτήρα του δημόσιου χώρου, τι συνιστά «ποιότητα ζωής» στην πόλη, την προτεραιότητα της υγείας και της αστικής ανθεκτικότητας που δεν αφορά μόνο τα κτίρια αλλά και τους ανθρώπους όπως υποστηρίζει η δρ. Πολιτάκη.

«Φτιάχτηκαν σχέσεις με την τηλεόραση και μοτίβα ζωής με ό,τι αυτή έδειχνε, και το ακριβό τζιποτράκτερο, ήταν πάντα πιο σημαντικό να είναι παρκαρισμένο μπροστά στην είσοδο, από το να βρίσκεται εκεί ένα παρτέρι με λουλούδια, ή μια νησίδα θάμνων ή δέντρων» σημειώνει υπογραμμίζοντας φυσικά και τον ρόλο της αισθητικής.

«Και βέβαια είναι και θέμα αισθητικής, με την ευρύτερη έννοια ενός «αισθητικά πεπαιδευμένου» λαού, και πολιτισμού, θέματα «συνέχειας ή ασυνέχειας», ιστορίας, παράδοσης, και πως θέλεις αυτά να τα διαχειριστείς. Αλλά και νέων ζητημάτων. Ποιος μιλούσε για «κλιματική κρίση», ή «βιώσιμη πολεοδομία»;» αναρωτιέται η ειδικός.

«Δεν τα απαριθμώ όλα αυτά για να καταλήξω σε μία «σχετικοποίηση», εξάλλου δεν πιστεύω ότι «όλα είναι σχετικά», αλλά αντίθετα, για να πω ότι όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ζητήματα  σε σύνθετες διαστάσεις, τότε απαιτείται μεγαλύτερη σαφήνεια. Και στην περίπτωση των πόλεων, επειδή οι πόλεις είναι δυναμικά φαινόμενα, τα ζητήματα είναι πάντα σύνθετα».

Οι συνέπειες στη ψυχολογία

Πέραν όμως των υψηλότερων θερμοκρασιών, υπάρχουν και άλλες συνέπειες ως αποτέλεσμα κακής δόμησης και διαχείρισης του δημόσιου χώρου.

Νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Building and Environment, έδειξε ότι οι πράσινοι τοίχοι και οι πράσινες στέγες είναι αποτελεσματικοί τόσο στη μείωση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος όσο και στην παροχή οφελών για τη σωματική και ψυχική ευεξία.

Τα αποτελέσματα της πρωτότυπης νοτιοκορεατικής έρευνας έδειξαν ότι κάθε μορφή πράσινης υποδομής μείωσε σημαντικά τη θερμική καταπόνηση, σε σύγκριση με τον γυμνό τοίχο. Η μεγαλύτερη μείωση παρατηρήθηκε μπροστά από τον πράσινο τοίχο με ζωντανά φυτά, ακολουθούμενη από τον πράσινο τοίχο με τεχνητά φυτά και στη συνέχεια από την πράσινη στέγη με ζωντανά φυτά.

Τα φυτά που χρησιμοποιήθηκαν στους πράσινους τοίχους απελευθέρωναν περισσότερους υδρατμούς κατά τη διάρκεια της ημέρας από τα είδη που χρησιμοποιήθηκαν στην πράσινη στέγη, προσδίδοντας στους τοίχους πλεονέκτημα στη μείωση της θερμικής καταπόνησης κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Επιπλέον, όταν οι συμμετέχοντες κάθονταν κοντά σε ζωντανό πράσινο, ο καρδιακός τους ρυθμός μειωνόταν σημαντικά σε σύγκριση με τη συνθήκη του γυμνού τοίχου, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα φυσικά στοιχεία παρείχαν σωματική ανακούφιση και χαλάρωση. Τα δεδομένα αποκάλυψαν επίσης ότι η ορατή παρουσία πρασίνου προκαλούσε πρότυπα εγκεφαλικής δραστηριότητας που σχετίζονται με αυξημένη εγρήγορση, διέγερση, χαλάρωση και προσοχή.

 Οι πολίτες πρέπει να συμμετέχουν στον σχεδιασμό των πόλεων

Με τις επιπτώσεις του γκροτέσκου σχεδιασμού των ελληνικών πόλεων να αγγίζουν τόσο έντονα τις ζωές των ανθρώπων, η κα Πολιτάκη, υποστηρίζει οι ίδιοι οι πολίτες πρέπει να έχουν λόγο στον σχεδιασμό της πόλης και της γειτονιάς που ζουν και να λαμβάνεται υπόψη πως θέλουν να ζήσουν.

«Είναι μια αλλαγή προσέγγισης, αντίληψης, και τελικά μια αλλαγή κουλτούρας, που έχει μεγάλη σημασία για τη συνέχεια. Εάν θεωρήσουμε ότι οι πόλεις, που είναι ένα σπουδαίο σημείο συνάντησης χώρου – ανθρώπων, δεν αλλάζουν – δηλαδή τις αντιλαμβανόμαστε ως κάτι στατικό και «αυτό είναι» – τότε έχουμε χάσει τη δυνατότητα να κατανοούμε τη δυναμική ενός μοναδικού φαινομένου στο παρόν και στο μέλλον».

Και δυστυχώς για την ίδια, κάτι τέτοιο σημαίνει ότι χάνουμε και τη δυνατότητα να σχεδιάσουμε και να ζήσουμε μια καλύτερη ζωή.