Ο Μπρούνο Φερνάντες δεν… μάσησε τα λόγια του μετά την ισοπαλία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με την Μπόρνμουθ (4-4) και μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στις επαφές που είχε το περασμένο καλοκαίρι με τον πρόεδρο της Αλ-Χιλάλ.

Ο Πορτογάλος αποκάλυψε πως ο ίδιος δεν ήθελε να αποχωρήσει και μετά από συζήτηση που είχε με τον Ρούμπε Αμορίμ κατάλαβε πόσο τον ήθελε και αποφάσισε να παραμείνει, ενώ από την πλευρά της διοίκησης «ένιωσα λίγο, αν φύγεις, δεν είναι τόσο άσχημα για εμάς».

Αναλυτικά όσα είπε ο Μπρούνο Φερνάντες:

«Μέχρι να κερδίσεις τρόπαια δεν σε εκτιμούν τόσο πολύ, ανεξάρτητα από την ομάδα και το πρωτάθλημα στο οποίο αγωνίζεσαι. Ήμουν πολύτιμος και αυτό που με εκτιμά περισσότερο είναι η ομάδα μου, αν και τελευταία νιώθω ότι βρίσκομαι σε λεπτό πάγο. Στην Αγγλία, όταν ένας παίκτης αρχίζει να πλησιάζει τα 30, αρχίζουν να σκέφτομαι ότι χρειάζεται ανακαίνιση. Είναι σαν τα έπιπλα.

Το θέμα της αφοσίωσης δεν αντιμετωπίζεται όπως παλιά. Θα μπορούσα να είχα φύγει στην τελευταία μεταγραφική περίοδο, θα είχα κερδίσει πολλά περισσότερα χρήματα, επρόκειτο να έφευγα πριν από μια σεζόν – δεν θα πω πού – αλλά θα είχα κερδίσει πολλά τρόπαια εκείνη τη σεζόν.

Αποφάσισα να μείνω, επίσης για οικογενειακούς λόγους, αλλά επειδή αγαπώ πραγματικά τον σύλλογο. Η συζήτηση με τον προπονητή με έκανε επίσης να μείνω. Αλλά από την πλευρά του κλαμπ, ένιωσα λίγο, “αν φύγεις, δεν είναι τόσο άσχημα για εμάς”. Με πληγώνει λίγο.

Περισσότερο από το να με πληγώνει, με στεναχωρεί γιατί είμαι ένας παίκτης που δεν έχει τίποτα να επικρίνει. Είμαι πάντα διαθέσιμος, παίζω πάντα, καλά ή κακά. Δίνω τον καλύτερό μου εαυτό. Μετά, βλέπεις πράγματα γύρω σου, παίκτες που δεν εκτιμούν τόσο πολύ τον σύλλογο και δεν τον υπερασπίζονται τόσο πολύ, αυτό σε στεναχωρεί».

Για το ενδιαφέρον της Αλ Χιλάλ: «Το άτομο που μου μίλησε ήταν ο πρόεδρος της Αλ Χιλάλ, ο οποίος με κάλεσε απευθείας. Ο Ρούμπεν Νέβες μου έστειλε μήνυμα λέγοντας ότι ήθελε να μιλήσει μαζί μου. Ήθελαν να παίξω στο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων με την Αλ Χιλάλ. Ήταν ήδη ένα ενδιαφέρον που προερχόταν από την εποχή του Ζόρζε Ζεσούς, με είχε ήδη καλέσει το 2023».