Οι συνέπειες των γερμανικών ενεργειών στα πολωνικά εδάφη κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου θα πρέπει να ρυθμιστούν σε διμερή συμφωνία που θα συναφθεί από την πολωνική και τη γερμανική κυβέρνηση

*Γράφει ο Arkadiusz Mularczyk

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Πολωνία υπέστη τις μεγαλύτερες ανθρώπινες και υλικές απώλειες (σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό και τα εθνικά περιουσιακά στοιχεία) από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό ήταν αποτέλεσμα κυρίως της γερμανικής κατοχικής πολιτικής, που βασιζόταν στην άποψη περί φυλετικής κατωτερότητας του πολωνικού πληθυσμού. Οι Γερμανοί εξόντωσαν σκόπιμα και οργανωμένα τον πληθυσμό στα κατεχόμενα εδάφη και κακοποίησαν σε μεγάλο βαθμό την πολωνική κοινωνία μέσω της καταναγκαστικής εργασίας και της οικονομικής υπερεκμετάλλευσης. Αφαίμαξαν επίσης το πολωνικό κεφάλαιο που είχε συσσωρευτεί επί αιώνες, ληστεύοντας καταθέσεις, επιβάλλοντας υπερβολικές φορολογικές επιβαρύνσεις και μεταφέροντας το κόστος του πολέμου και της κατοχής στην πολωνική κοινωνία. Το έργο της καταστροφής τους κορυφώθηκε με την κατεδάφιση της πρωτεύουσας του κράτους, της Βαρσοβίας, και χιλιάδων πολωνικών πόλεων και χωριών.

Οι επιπτώσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – δημογραφικές, οικονομικές, υλικοτεχνικές, επιστημονικές, εκπαιδευτικές και πολιτιστικές – είναι αισθητές στους Πολωνούς μέχρι σήμερα. Κάθε έτος πολέμου και κατοχής έσπρωχνε το πολωνικό κράτος πίσω σε χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης σε όλες τις πτυχές της δημόσιας, οικονομικής ή κοινωνικής ζωής. Η Πολωνία θα βρισκόταν σήμερα σε μια εντελώς διαφορετική θέση πολιτισμικής ανάπτυξης, αν δεν ήταν οι συνέπειες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αρκετές γενιές Πολωνών χρειάστηκε να καταβάλουν τεράστια προσπάθεια για να ανοικοδομήσουν ό,τι είχε καταστραφεί από τον πόλεμο και να ορθώσουν τη χώρα από τα ερείπια.

Μέχρι σήμερα, η Γερμανία δεν έχει λογοδοτήσει για τις λεηλασίες και τη συστηματική λαφυραγώγηση των έργων πολιτισμού και τέχνης που ανήκουν στο πολωνικό κράτος και στους πολίτες του. Οι νόμιμοι διάδοχοι του Τρίτου Ράιχ δεν αισθάνονται υποχρεωμένοι να επανορθώσουν για τα εγκλήματα και τις ζημιές που προκλήθηκαν, δεν επιδεικνύουν καμία βούληση να αποκαταστήσουν τη ζημία που προκλήθηκε στην Πολωνία και τους Πολωνούς, ούτε θέλουν να επιστρέψουν τους λεηλατημένους πόρους. Αμφισβητούν την πολιτική και νομική τους ευθύνη έναντι της Πολωνίας για τις συνέπειες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και οι ενέργειές τους περιορίζονται σε συμβολικές χειρονομίες και λόγια περί ηθικής ευθύνης.

Δυστυχώς, η διεθνής κοινότητα έχει ελάχιστη – και από πολλές απόψεις εντελώς εσφαλμένη – ιδέα για το μέγεθος των ζημιών του πολέμου που τελικά μείωσαν την αναπτυξιακή προοπτική της Πολωνίας. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί πλήρως την ανάγκη να γίνει μια πιο ρεαλιστική και λεπτομερής καταγραφή των απωλειών που υπέστη η Πολωνία ως αποτέλεσμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η τεράστια κλίμακα των πολεμικών απωλειών δεν μπορεί να αντικατοπτριστεί σε κανένα ποσοτικό απολογισμό, γιατί είναι αδύνατο να αποδοθεί πλήρως το μέγεθος των πολεμικών συμφορών, των θανάτων των ανθρώπων και των τραγωδιών που προκάλεσαν στους απογόνους τους. Ωστόσο, για χάρη των σημερινών και των μελλοντικών γενεών, καθώς και για χάρη της ιστορικής αλήθειας, μια ολοκληρωμένη και συστηματική αξιολόγηση των απωλειών πολέμου που υπέστη η Πολωνική Δημοκρατία είναι απαραίτητη. Η έλλειψη ενός τέτοιου απολογισμού εμποδίζει, μεταξύ άλλων, την πλήρη αξιολόγηση των πραγματικών επιτευγμάτων της Πολωνίας μετά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα. Ωστόσο, το ζήτημα της πλήρους αποτίμησης των απωλειών που υπέστη η Πολωνία έχει πολύ πιο ευρεία και σίγουρα όχι λιγότερο σημαντική πτυχή από εκείνη της απλής αποζημίωσης. Η περιγραφή του μεγέθους της ζημίας που υπέστησαν οι Πολωνοί κατά τη διάρκεια του πολέμου αποτελεί έκφραση σεβασμού και φόρος τιμής στα θύματα για τα βάσανα που πέρασαν.

Ταυτόχρονα, πρέπει να επισημανθεί ότι μια ακριβής αποτίμηση όλων των απωλειών του πολέμου δεν θα είναι ποτέ δυνατή – η έκταση τους είναι τόσο μεγάλη που ξεφεύγουν από κάθε ερευνητική μέθοδο. Ένα άλλο εμπόδιο είναι η έλλειψη στατιστικών στοιχείων πριν και μετά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βάσει των οποίων θα ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια το σενάριο ανάπτυξης της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ένα πρόσθετο εμπόδιο είναι το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία των εγκλημάτων πολέμου καταστράφηκαν συστηματικά και πολλά ίχνη έχουν σβηστεί. Επιπλέον, είναι αδύνατο να υπολογιστούν και να αποτιμηθούν οι συνέπειες της σωματικής και ψυχολογικής καταπόνησης των θυμάτων: των χιλιάδων ορφανών παιδιών που στερήθηκαν τους γονείς τους, εκτοπίστηκαν ή γερμανοποιήθηκαν, των αιχμάλωτων πολέμου, των φυλακισμένων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και των εργατών καταναγκαστικής εργασίας. Η μέτρηση των τραυμάτων και των πληγών που προκαλούνται από την απώλεια αγαπημένων προσώπων είναι αδύνατη. Αλλά αναμφίβολα, όλα αυτά είχαν τεράστιο αντίκτυπο στην αποτελεσματικότητα και την παραγωγικότητα της πολωνικής κοινωνίας στο σύνολό της και συνεπώς στην έκταση των απωλειών της Πολωνίας.

Σήμερα, η Πολωνική Δημοκρατία και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνδέονται με καλές σχέσεις, πολιτικές και οικονομικές. Αμφότερες οι χώρες είναι μέλη του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του ΝΑΤΟ και άλλων οργανισμών που εργάζονται για την ειρήνη και την ασφάλεια στην Ευρώπη και στον κόσμο, και οι κοινωνίες και οι κυβερνήσεις και των δύο χωρών επιθυμούν να εμβαθύνουν και να αναπτύξουν αυτές τις θετικές σχέσεις. Ως εκ τούτου, οι συνέπειες των γερμανικών ενεργειών στα πολωνικά εδάφη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα πρέπει να ρυθμιστούν σε διμερή συμφωνία που θα συναφθεί από την πολωνική και τη γερμανική κυβέρνηση.

Το κείμενο δημοσιεύεται ταυτόχρονα στο πολωνικό μηνιαίο περιοδικό «Wszystko Co Najważniejsze» στο πλαίσιο ενός προγράμματος που υλοποιήθηκε σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης και το Εθνικό Ίδρυμα της Πολωνίας.

*Ο Arkadiusz Mularczyk είναι ο πολωνός υφυπουργός Εξωτερικών για Ευρωπαϊκά θέματα

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr