Οι ίδιες οι γυναίκες αποδίδουν το περιστατικό σε κλιμάκωση του διαδικτυακού εκφοβισμού από τους ινδουιστές εθνικιστές του κυβερνώντος κόμματος

Η Χίμπα Μπεγκ, μια διδακτορική φοιτήτρια στις ΗΠΑ, μετέβη το περασμένο σαββατοκύριακο στο Νέο Δελχί, για να επισκεφθεί τον τάφο της γιαγιάς της. Εκεί, εξηγεί στους Times της Νέας Υόρκης, έμαθε ότι είχε τεθεί «προς πώληση» στον πλειοδότη online διαγωνισμού. Ήταν η δεύτερη φορά που της συνέβαινε μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο.

Το κινητό της χτυπούσε ασταμάτητα από τηλεφωνήματα και κλήσεις φίλων της. Όλοι τους ήθελαν να της δείξουν την ίδια εικόνα, ενός προφίλ που δημιουργήθηκε για εκείνη εντός της εφαρμογής της ιστοσελίδας Bulli Bai, η οποία πραγματοποιούσε ψευδείς δημοπρασίες. Η Μπεγκ, που στο παρελθόν εργαζόταν ως δημοσιογράφος και είναι γνωστό πρόσωπο του ινδικού διαδικτύου, δεν είναι η μόνη που έπεσε θύμα αυτής της υπόθεσης. Περισσότερες από 100 ακόμη επιφανείς μουσουλμάνες Ινδές, ανάμεσά τους και καλλιτέχνιδες, δημοσιογράφοι, ακτιβίστριες και δικηγόροι, διαπίστωσαν ότι φωτογραφίες τους που είχαν αναρτηθεί στο διαδίκτυο, χρησιμοποιούνταν χωρίς από την άδειά τους από την εφαρμογή που εμφανίστηκε το Σάββατο και εξαφανίστηκε εκ νέου μέσα σε περίπου 24 ώρες.

Δύο εφαρμογές «δημοπρασίας» σε λίγους μήνες

Τον Ιούνιο είχε εμφανιστεί στο ινδικό internet μια άλλη, αντίστοιχη εφαρμογή, το Sulli Deals. Και οι δυο όροι που χρησιμοποιήθηκαν από τα apps είναι υποτιμητικές για τις μουσουλμάνες γυναίκες. Εκείνη είχε μείνει αναρτημένη επί σειρά εβδομάδων και δεν απομακρύνθηκε παρά μόνο μετά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες των θυμάτων. Αν και η αστυνομία διενέργησε έρευνα, δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε κανέναν.

Η online δημόσια σφαίρα της Ινδίας βρίθει από μισογυνισμό και παρενόχληση προς τις γυναίκες. Όμως οι δυο «δημοπρασίες» πολλαπλασίασαν τις αγωνίες για την οργανωμένη φύση του διαδικτυακού εκφοβισμού, αλλά και για το γεγονός ότι η διαπόμπευση και οι απειλές βίας (κυρίως σεξουαλικής βίας) αξιοποιούνται με στόχο τη φίμωση των γυναικών, ιδίως εκείνων που επικρίνουν ορισμένες από τις πολιτικές του ινδού πρωθυπουργού, Ναρέντρα Μόντι.

«Ο εκφοβισμός έχει στόχο τις μουσουλμάνες γυναίκες που υψώνουν τις φωνές τους απέναντι στην αδικία, προκειμένου να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τον δημόσιο βίο», υποστηρίζει η 26χρονη Μπεγκ, που αυτή τη στιγμή κάνει το διδακτορικό της στο πανεπιστήμιο Columbia. «Όμως δεν κάνουμε πίσω, ακόμη κι όταν η κατάσταση ξεφεύγει».

Στο στόχαστρο οι ακτιβίστριες

Οι μουσουλμάνες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή ενός από τα μεγαλύτερα κινήματα διαμαρτυρίας που έχουν ξεσπάσει στην Ινδία στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Στις αρχές του 2020, πριν την ουσιαστική έναρξη της πανδημίας στη χώρα, χιλιάδες ήταν εκείνες που κατέβηκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για μια νέα νομοθεσία για την υπηκοότητα, που κατά τη γνώμη τους τηρούσε προκατειλημμένη στάση έναντι των μουσουλμάνων.

Ανάμεσα στις γυναίκες «προς δημοπρασία» ανήκει και η Φατίμα Ναφίς, μητέρα ενός φοιτητή/ακτιβιστή που εξαφανίστηκε πριν από περισσότερα από πέντε χρόνια, μετά από έναν καβγά με ακροδεξιά φοιτητική οργάνωση, αλλά και μια σταρ του κινηματογράφου που αργότερα στράφηκε στον κοινωνικό ακτιβισμό, μια ερευνήτρια και αρκετές ακόμη επιφανείς μουσουλμάνες.

Τόσο η εφαρμογή που εμφανίστηκε τον Ιούνιο όσο και η πιο πρόσφατη, ήταν διαθέσιμες μέσω του GitHub, μιας ιστοσελίδας για τη δημιουργία εφαρμογών που ανήκει στη Microsoft και έχει την έδρα της στο Σαν Φρανσίσκο. Την Κυριακή, ο ομοσπονδιακός υπουργός επικοινωνιών της Ινδίας, Ασγουίνι Βαϊσνάου, δήλωσε ότι το GitHub είχε μπλοκάρει τον χρήστη που δημιούργησε τη συγκεκριμένη εφαρμογή. Το GitHub δεν έχει σχολιάσει δημοσίως την υπόθεση.

Αποτροπιασμός και τρόμος

Ο Κάρτι Τσινταμπαράμ, ινδός βουλευτής της αντιπολίτευσης, έγραψε στο Twitter ότι αισθάνθηκε αποτροπιασμό που οι ένοχοι προφανώς αισθάνθηκαν ότι είχαν περιθώριο για κάτι τέτοιο, εξαιτίας της απραξίας της κυβέρνησης για το προηγούμενο περιστατικό.

«Είναι απαράδεκτο που αυτή η πράξη επικίνδυνου μισογυνισμού σε βάρος των μουσουλμάνων επαναλήφθηκε», τόνισε.

Τη Δευτέρα, η αστυνομία της πολιτείας Αντρά Πραντές στα νότια της χώρας, ανακοίνωσε ότι πραγματοποιεί έρευνα και ότι έχει ασκήσει διώξεις εναντίον πολλαπλών χρηστών του Twitter και των ανθρώπων που ανέπτυξαν την εφαρμογή, βάσει της μήνυσης μιας μουσουλμάνας γυναίκας.

Όμως πολλές μυνήτριες δήλωσαν ότι η έλλειψη προόδου στις προηγούμενες υποθέσεις, τις κάνει απαισιόδοξες για το αποτέλεσμα.

Επί σειρά ετών, η Μπεγκ επέκρινε ανοιχτά τους εθνικιστές ινδουιστές του κυβερνώντος κόμματος και τις πολιτικές κατά των μειονοτήτων που εισήγαγε η κυβέρνηση Μόντι. Ως αποτέλεσμα έχει πέσει θύμα έντονης παρενόχλησης στο internet, δεχόμενη μεταξύ άλλων και απειλές κατά της ζωής της στο Twitter.

Στη διάρκεια των ετών και με την πίεση που δεχόταν να αυξάνεται, λέει ότι άρχισε να αυτολογοκρίνεται, αποφεύγοντας τις επικριτικές αναρτήσεις για τις πολιτικές των ινδών εθνικιστών.

Όπως εξηγεί στους Times, ανησυχεί για την αυξανόμενη μισαλλοδοξία στη χώρα, όμως το τελευταίο περιστατικό κατά τη γνώμη της αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ένας διαδικτυακός μηχανισμός κινητοποιείται για να αναγκάσει τις μουσουλμάνες να αποτραβηχτούν από τη δημόσια ζωή, ουσιαστικά εξαλείφοντας οποιονδήποτε αντίλογο.

Η Χασιμπά Αμίν, υπεύθυνη κοινωνικών δικτύων για το κόμμα του Κογκρέσου, που ανήκει στην αντιπολίτευση, το πρόσωπο της οποίας επίσης εμφανίστηκε στην εφαρμογή, υποστηρίζει ότι το γεγονός πως η βία και οι απειλές κατά της ζωής μειονοτήτων πλέον έχουν ξεφύγει από τα κοινωνικά δίκτυα, την έχει κάνει να χάσει τον ύπνο της.

«Τι εγγυήσεις μας δίνει η κυβέρνηση ότι αύριο οι απειλές και ο εκφοβισμός στα κοινωνικά δίκτυα δεν θα μετατραπούν σε πραγματική σεξουαλική βία στους δρόμους;», αναρωτιέται.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr