Ο εμβολιασμός του πληθυσμού είναι το βασικό όπλο στη μάχη που δίνει η ανθρωπότητα κατά της πανδημίας του κοροναϊού. Ολοι οι επιστήμονες ομονοούν στο γεγονός ότι με τα υπάρχοντα εμβόλια μπορεί να προστατευτεί ο πληθυσμός και να αρχίσει σιγά – σιγά να εξασθενεί ο ιός που ταλαιπωρεί σχεδόν δύο χρόνια όλο τον πλανήτη.

Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα δίνει πολυμέτωπη μάχη για να αντιμετωπίσει την πανδημία. Και κάνει αγώνα δρόμου, όχι μόνο για να εξελίξει τα υπάρχοντα εμβόλια, αλλά και να παράξει φάρμακα που θα καταστήσουν τον ιό… μια απλή γρίπη. Που θα δίνουν δηλαδή στην ανθρωπότητα ένα ακόμη όπλο ώστε ο κοροναϊός να γίνει ενδημική νόσος.

Τα χάπια κατά του κοροναϊού που ήδη ετοιμάζουν οι εταιρείες, έρχονται να προκαλέσουν το ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινότητας και να γεννήσουν ελπίδες.

Βεβαίως, ο καθηγητής πολιτικής Υγείας και Διευθυντής του LSE Health στο London School of Economics and Political Science στο Λονδίνο, Ηλίας Μόσιαλος ανέφερε στην ΕΡΤ, ότι «το πρόβλημα με τα φάρμακα είναι ότι δεν τα έχουμε διαθέσιμα εδώ και τώρα και θα έχουμε μετά το χειμώνα», επισημαίνοντας ότι καμία από τις τρεις φαρμακολογικές προτάσεις δεν είναι εξίσου επαρκής με τα εμβόλια, ιδιαίτερα αν κάνουμε και την αναμνηστική τρίτη δόση.

Η σειρά των φαρμάκων είναι τώρα

Σκοπός των εταιρειών, λοιπόν, είναι ουσιαστικά να κυκλοφορήσουν στην αγορά ένα χάπι που να λειτουργεί εξίσου καλά με τις θεραπείες αντισωμάτων, να έχει -φυσικά- λιγότερες παρενέργειες από τον ιό και να είναι εύκολα διαθέσιμο στον ασθενή χωρίς να απαιτείται ενδοφλέβια έγχυση.

Στην κούρσα λοιπόν για την κυκλοφορία ενός χαπιού ανθεκτικό στις μεταλλάξεις βρίσκονται αυτή τη στιγμή οι εταιρείες Merck και Pfizer, οι οποίες ήδη έχουν στα χέρια τους τα πρώτα στοιχεία από τις κλινικές δοκιμές.

Μάλιστα προ ολίγων ημερών ο CEO της Pfizer έδωσε συνέντευξη στο CNN λύνοντας απορίες για το χάπι που έχει ετοιμάσει η εταιρεία και για το οποίο θα υποβάλει έγκριση έως και τις 25 Νοεμβρίου.

Από την άλλη το ερευνητικό φάρμακο μολνουπιραβίρη της εταιρίας Merck βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά καθώς έλαβε έγκριση πριν μία εβδομάδα από τις ρυθμιστικές αρχές στο Ηνωμένο Βασίλειο για τη χορήγησή του σε ενήλικους ασθενείς.

Κλινικές μελέτες

Το γεγονός ότι δεν έχει πάρει έγκριση ακόμη το χάπι της Pfizer πιθανώς να αποτελεί και τον λόγο που μέχρι στιγμής οι πληροφορίες δίνονται με φειδώ.

Ωστόσο από τις κλινικές δοκιμές που έχουν κυκλοφορήσει γνωρίζουμε τα εξής:

Το Paxlovid (το χάπι της Pfizer δηλαδή) μειώνει τον κίνδυνο νοσηλείας κατά 89% σε μη νοσηλευόμενους ενήλικες που είχαν κολλήσει τον ιό και είχαν μεγάλη πιθανότητα να νοσήσουν με σοβαρή λοίμωξη COVID-19.

Οι ασθενείς έλαβαν τη θεραπεία εντός τριών ημερών από την έναρξη των συμπτωμάτων. Το 0,8% των ασθενών που έλαβαν Paxlovid (δηλαδή το χάπι της Pfizer)  νοσηλεύτηκαν μέχρι την ημέρα 28 (3/389) μετά την έναρξη της θεραπείας, σε σύγκριση με το 7% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo) και νοσηλεύτηκαν ή κατέληξαν (27/385 νοσηλεύτηκαν και 7 από αυτούς πέθαναν).

Παρόμοιες μειώσεις στη νοσηλεία παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν την θεραπεία εντός πέντε ημερών από την έναρξη των συμπτωμάτων. Το 1% των ασθενών που έλαβαν το φάρμακο νοσηλεύτηκαν μέχρι την ημέρα 28 (6/687 νοσηλεύτηκαν), σε σύγκριση με το 6,7% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (41/612 νοσηλεύτηκαν και 10 κατέληξαν).

Η διαφορά των παραπάνω θεωρείται πως δεν έχει προκύψει τυχαία, καθώς η πιθανότητα να συμβεί αυτή η διαφορά στην τύχη είναι λιγότερο από 1 στα 1.000.

Αντίστοιχα, η Merck υποστηρίζει ότι το χάπι της μείωσε την πιθανότητα νοσηλείας ή θανάτου κατά περίπου 50% σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο σοβαρής ασθένειας, αν η λήψη του ξεκινήσει εντός πέντε ημερών από την έναρξη των συμπτωμάτων, ενώ δεν παρείχε στοιχεία σχετικά με τους ασθενείς που έλαβαν το χάπι εντός τριών ημερών.

Μάλιστα η έγκριση βασίστηκε σε δεδομένα κλινικής μελέτης η οποία έδειξε ότι οι ασθενείς με COVID-19 που έλαβαν το συγκεκριμένο χάπι μολνουπιραβίρης είχαν σημαντικά μειωμένη πιθανότητα νοσηλείας και θανάτου.

Merck – Pfizer: Οι διαφορές

Πάντως τα δύο χάπια έχουν βασικές διαφορές ως προς τον τρόπο που «αναγκάζουν» τον ιό να συμπεριφερθεί.

Οι καθηγητές Γκίγκας Μαγιορκίνης και Θάνος Δημόπουλος με δημοσίευσή τους στο περιοδικό Nature, αναφέρουν ότι το χάπι της Merck, δηλαδή η μολνουπιραβίρη είναι ένα αντιϊκό φάρμακο που, αντί να μπλοκάρει τον πολλαπλασιασμό του γενετικού υλικού του ιού, όπως άλλα αντιϊκά φάρμακα, «εξαναγκάζει» τον ιό να μεταλλαχθεί σε μορφές που δεν είναι βιώσιμες. Αυτό θεωρητικά έχει ως συνέπεια να μπορεί να μπλοκάρει ακόμα και την ικανότητα του ιού να αναπτύξει αντοχή μέσω μεταλλάξεων.

Από την άλλη, το χάπι της Pfizer στοχεύει το ένζυμο κορμού του SARS-CoV-2, δηλαδή στον άξονα της διαδικασίας αναπαραγωγής του ιού. Αυτό το ένζυμο, που ονομάζεται 3CL, είναι ένα από τα δύο που είναι κοινά για όλους τους κοροναϊούς.

Με πιο απλά λόγια, το χάπι της Pfizer ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων πρωτεάσης και μπλοκάρει ένα ένζυμο που χρειάζεται ο κοροναϊός για να πολλαπλασιαστεί μέσα στο σώμα του ασθενούς.

Σύμφωνα με την εταιρεία, ο ιός δεν μπορεί να αποκτήσει σταδιακά αντίσταση στο νέο φάρμακο, το οποίο χορηγείται σε συνδυασμό με ένα άλλο, το ritonavir, ένα παλαιότερο αντι-ιικό που ενισχύει τη δράση των αναστολέων πρωτεάσης.

Θεραπεία

Στην περίπτωση της Merck ο ασθενής θα λάβει 40 χάπια μέσα σε 5 ημέρες. Μάλιστα, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters η κατανομή είναι έως 4 χάπια το πρωί και έως 4 το βράδυ.

Από την άλλη πλευρά η θεραπεία της Pfizer αποτελείται από 30 χάπια (το σχήμα της είναι τρία το πρωί και τρία το βράδυ) που χορηγούνται κι αυτά σε διάστημα πέντε ημερών. Σε αυτή περιλαμβάνονται και 10 χάπια ritonavir, αλλά και ένα παλιό φάρμακο, το οποίο βοηθά το φάρμακο της Pfizer να παραμείνει ενεργό στον οργανισμό περισσότερο.

Βασική διαφορά του φαρμάκου της Pfizer με το χάπι της Merck είναι πως ακριβώς επειδή ουσιαστικά μπλοκάρει το ένζυμο που χρειάζεται ο κοροναϊός για να πολλαπλασιαστεί, ενδεχομένως να μπορούσε να  χρησιμοποιηθεί τόσο σε ανθρώπους χωρίς παράγοντες κινδύνου για σοβαρή COVID-19 καθώς και για την πρόληψη της μόλυνσης από κοροναϊό στους ανθρώπους που εκτίθενται στον ιό.

Όλα όσα γνωρίζουμε για τις παρενέργειες

Πάντως δεν είναι πολλές οι πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές σχετικά με τις παρενέργειες των φαρμάκων και των δύο εταιριών.

Σύμφωνα με την Reuters, η Pfizer δεν ανέφερε καμία σοβαρή παρενέργεια, προσθέτοντας μόνο ότι εμφανίστηκαν μικρές παρενέργειες (όπως ναυτία ή διάρροια)  στο 20% περίπου όσων ασθενών έλαβαν τη θεραπεία αλλά και όσων έλαβαν το placebo. Πάντως ο συνδυασμός του φαρμάκου της Pfizer με το ritonavir μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερικές παρενέργειες και «παρεμβολές» με άλλα φάρμακα).

Όπως και να έχει πάντως η εταιρία δεν έχει δώσει ακόμη αρκετές παρενέργειες σχετικά με την πανδημία.

Από την πλευρά της η Merck αρκέστηκε στο να πει πως το 12% των ασθενών που έλαβαν το φάρμακό της και το 11% των ασθενών με εικονικό φάρμακο παρουσίασαν ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες δεν διευκρινίστηκαν.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr