Ο χειμώνας στη Μυτιλήνη είναι κάτι το ωραίο και ανήλεο — τώρα σκέφτομαι πόσο τον αγαπώ και πόσο πρέπει να έχει επιδράσει στην ψυχική διαμόρφωσή μου. Τα φανταχτερά καλοκαίρια της, που τόσο τα απόδοσαν ο Κανέλλης κι ο Μυριβήλης, δεν έχουν τίποτα από την ψυχική πυκνότητα του χειμώνα, την απέραντη μελαγχολία της φύσης που είναι γεμάτη βέβαιη προσμονή.

Αναπολώντας τη ζωή μου στη Μυτιλήνη τα πρώτα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, θυμούμαι μονάχα χειμώνες —χειμώνες και ποίηση ενδόμυχη και γραφτή, μες σε βροχές ραγδαίες ή επίμονες— χιονόνερο που κρατούσε βδομάδες και μαύριζε όλα τα πάντα τριγύρω, και τις αφανισμένες προσόψεις των σπιτιών. Κατόπι φυσούσε ένα άπονο ξεροβόρι και στέγνωναν όλα, αλλά πώς να φύγει η μαυρίλα;

Και κείνες οι προσφυγικές παράγκες, σκεπασμένες με πισσόχαρτα και με τενεκέδες που είχαν φυτρώσει όπου βρήκαν κενό, κατασκεπάζαν την πόλη και τα περίχωρα, πλημμύριζαν τις νύχτες από τη βροχή, βροντολογούσαν οι τενεκέδες στον άνεμο, όμως αντιστεκότανε και στα δυο.

Μπακάλικα, μαγέρικα και κουρεία, ξανάνοιγαν το πρωί και αρχίζαν το επίμονο μεροδούλι, μ’ ένα αίσθημα τρόμου για τη μέρα που ερχόταν. Στα καλντερίμια παίζαν χλωμά παιδάκια ξεβράκωτα, μυρωδιές από υπαίθρια τηγάνια, κρυφά, παγωμένα μπορντέλα, όπου ψυχές γυναικών τσακισμένες, προσμένοντας τραγουδούσαν βραχνά, και πεθαίναν αθόρυβα. Ταίριαζε με την ψυχική μου διάθεση τούτη η κοινωνική μιζέρια, που είχε απλώσει με την προσφυγιά κι είχε και κείνη μολαταύτα μια θέληση και μια ελπίδα. Εκείνο το κρύο έμεινε μέσα μου χρόνια, κι έκανε την καρδιά μου ζεστή, τη φαντασία να ταξιδεύει με δέος, στα απρόσιτα όρια της μοίρας, στις σφαίρες του πυρετού και του ρίγους.

Έξω από την πόλη πάλι, στην εξοχή, τα λιόδεντρα, με το πλυμένο τους φύλλωμα, μέναν ανέπαφα στις μεταβολές του καιρού. Τα πλατάνια και οι συκιές, με τη γύμνια τους, υποκύπταν στη χειμωνιάτικη μοίρα. Κι οι λεύκες υψώναν τα γυμνά κλαδιά τους σα μανουάλια με σβησμένα κεριά.

Έκανα τότες ατέλειωτους περιπάτους, μονάχος, με τα χέρια στις τσέπες, στα λαγκάδια και στις ακρογιαλιές του νησιού, κι ένιωθα τη μελαγχολία μου να σκορπά μες στην κατήφεια του τοπίου, βάδιζα κόντρα στον άνεμο που φυσούσε και στη βροχή, και η εναντίωση τούτη με λύτρωνε, σα μια συμβολική αναμέτρηση με τις δυνάμεις της μοίρας.

Ο πατέρας μου ήταν άρρωστος πάντα και χειροτέρευε καθημερινά. Γκρίνιαζε πότε για τα βιβλία που διάβαζα, πότε γιατί δεν πήγαινα στην εκκλησιά, όπου ο ίδιος ποτέ δεν είχε πατήσει. Ο αδερφός μου ρεμπέλευε και καμιά συνεννόηση δε χωρούσε μαζί του. Ένιωθα ανυπεράσπιστος από όλες τις μεριές.

Είχα πιάσει φιλία με το Ζήνωνα τον Ελευθεριάδη και τον Ορέστη Κανέλλη, μαθητές στο γυμνάσιο ακόμα, και κάναμε παρέα καθημερινή. Διαβάζαμε ποιήματα, φτιάναμε σχέδια για μακρινά ταξίδια στην Κίνα, στη Γιαπωνία και περιπέτειες στα νησιά της Μελανησίας. Ζούσαμε μες στη γοητεία του απρόοπτου και του ανέφικτου. Μιλούσα πολύ για να δίνω κουράγιο στον εαυτό μου, και παίρναν κουράγιο οι άλλοι. Κι όταν κάποτε, το θυμάμαι καλά, σε ώρα προσγείωσης, το έφερε ο λόγος και μίλησα για τα σχέδια εκείνα σαν κάτι το απραγματοποίητο, ο Ζήνωνας έγινε όξω φρενώ και μ’ έβρισε πως ξεσηκώνω τους φίλους μου να κάνουμε κάτι και κατόπι τους αφήνω στη μέση. Τώρα είναι γιατρός. Τον παίδεψε κι αυτόν το όνειρο πολύ στη ζωή του.

Στις μεγάλες γιορτές του χειμώνα, τότε που η χαρά φέρνει κοντά τους ανθρώπους, καθώς και η λύπη, τα ξένα έθιμα και τα παραμύθια ανακατεύονταν με τα ντόπια, τα τραγούδια της προσφυγιάς και τα κάλαντα συντονιζόταν με τα δικά μας, κι έπαιρνε περιπάθεια και η χαρά και ο καημός. Και μέσα σε τούτη τη σύμμειξη στο τραγούδι και στο μεροδούλι, σιγά κι ανεπαίσθητα, γενόταν μια κοινωνική ανακατάταξη, όπου οι πιο καπάτσοι από τους πρόσφυγες παραμερίζαν τους πιο ατζαμήδες Μυτιληνιούς, και τούτοι πηγαίναν και παίρναν θέση κοντά στους όμοιους τους πρόσφυγες.

Ήμεροι άνθρωποι και καλόγνωμοι οι πρόσφυγες, καταρχή, μπλέξαν με το διωγμό σ’ ένα πλέγμα, όπου τα μπερεκέτια που άφησαν πίσω τους εξογκωνόταν, σ’ ένα συγκινητικό καυχησιολογικό παραλήρημα, που αντισταθμιζόταν με τον τωρινό ξεπεσμό τους και τους βοηθούσε να επιβληθούνε στη νέα ζωή. Όλοι μιλούσαν για σπίτια, μπαξέδες και αμπέλια κι ελιές, κι οι Αϊβαλιώτες, πιο φαντασμένοι και πιο παλαβοί, δεν παραλείπαν στην απαρίθμηση τούτη μηδέ τις προσωπικές τους βολές, τον καφενέ που συχνάζαν, τον ατομικό ναργιλέ τους, το μπαρμπέρη τους, την πόρνη και το μπινέ τους!

Εγώ μαζευόμουν στον εαυτό μου, διάβαζα κι έγραφα στίχους κι έδινα, με άλλους στίχους, απάντηση στα προβλήματα της ζωής μου: στο ξεσήκωμα που έφερνε μέσα μου η Ρέα και στον υπόκωφο σπαραγμό από του πατέρα μου την αρρώστια. Ένιωθα ζώο κυνηγημένο, και για να επιβεβαιώσω την ιδιότητα τούτη, κατάφευγα κάπου κάπου και ξάπλωνα σε πυκνά σύδεντρα — πάντα έβρισκα κάποιο τρόπο να τα ξεκεφαλώνω. Το έχω μέσα μου να μπορώ να βολεύομαι όπως λάχει, να εξισορροπώ με τις περιστάσεις, να βρίσκω ηρεμία και στις ευνοϊκές και στις ανάποδες στιγμές της ζωής, στη μπουνάτσα και στη φουρτούνα, στην καλοπέραση και στη φτώχεια, στο ταξίδι και στη φυλακή. Έτσι είχα πάντα φίλους. Αγαπούσα συχνά και ανθρώπους που ένιωθα πως δε με αγαπούν. Και για όσους με αγαπούσαν, πάντα είχα τύψεις, μήπως κι εγώ δεν τους αγαπούσα όσο με αγαπούσαν αυτοί. Κοντά στους ανθρώπους ημέρευε μέσα μου κάθε αίσθημα ανασφάλειας κι απειλής. Ο Μυτιληνιός γενικά είναι εγκάρδιος άνθρωπος και σέβεται τη φιλία.

Για να καταλάβεις καλά το μυτιληναίικο λαό, μια και το έφερε ο λόγος, πρέπει να τον σκεφτείς εντελώς αντίθετο από τους αφεντάδες του· ήγουν λεβέντη, ντόμπρο, ανοιχτόκαρδο, έξυπνο, φιλόξενο, νοικοκύρη. Είναι όμως και τζαναμπέτης, σα μυριστεί μπαμπεσιά. Κανείς στο νησί μας, μηδέ στιγμή δεν ένιωσε τους πρόσφυγες της Ανατολής παρακατιανούς, εξαιτίας της δυστυχίας τους. Από τις πρώτες κιόλας μέρες συμφιλιωθήκαν στη βρύση της γειτονιάς οι γυναίκες, στην αγορά τα σινάφια, στο νταραβέρι οι κοντραμπαντζήδες και στην ταβέρνα οι μαχαιροβγάλτες μας. Είχαμε πάντα στα μέρη μας τέτοιους ανθρώπους, με αψηλό φρόνημα, που αντιστέκονταν κυρίως στην Εξουσία, χωρίς να βλάφτουνε το λαό. Είχαν μέσα τους το αίσθημα της αυτοδικίας —τη συνήθεια να λύνουνε τις διαφορές τους με το μαχαίρι— από μια αρχέγονη αντίληψη του δικαίου κι από μια περιφρόνηση προς την τούρκικη δικαιοσύνη, που δε μπόρεσε να τη λιγοστέψει η ελληνική. Σ’ αυτό ταιριάζαν Μυτιληνιοί κι Αϊβαλιώτες.

*Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του Ασημάκη Πανσέληνου Τότε που ζούσαμε (εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα)

 
 

 
 

Ο Ασημάκης Πανσέληνος, γιος του εμπόρου υφασμάτων Ιωακείμ Πανσέληνου και της Μυρτώς Βελισσαρίου, γεννήθηκε το 1903 στη Μυτιλήνη, όπου πέρασε τα παιδικά και γυμνασιακά του χρόνια.

Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος.

Το 1921 βραβεύτηκε για ένα αφήγημά του στο περιοδικό «Μυτιληνιός» του λογοτέχνη και εκπαιδευτικού Θεόδωρου Θεοδωρίδη (Ντόρου Ντορή), όπου στη συνέχεια δημοσίευσε ποιήματα και πεζά.

 
 

Το 1928 δημοσιεύτηκαν σατιρικοί στίχοι του Πανσέληνου στο περιοδικό «Νέα Επιθεώρηση» του Αιμίλιου Χουρμούζιου.

Ο Πανσέληνος συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά της Αθήνας και της επαρχίας, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα.

Επί δικτατορίας Μεταξά συνελήφθη για αντικαθεστωτική δράση και επί Κατοχής έλαβε μέρος στον αντιστασιακό αγώνα.

 
 

Φυλακίστηκε αρχικά από τους Ιταλούς και στη συνέχεια, μετά τα Δεκεμβριανά, από τους Άγγλους.

Ο Πανσέληνος εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του το 1945, ενώ εργάστηκε επί μακρόν ως βιβλιοκριτικός.

Μετά το τέλος του Εμφυλίου (1950-1951) διετέλεσε βουλευτής Λέσβου με το κόμμα της ΕΛΔ (Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας).

Στη δικτατορία συμμετείχε στον κύκλο του περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα», που είχε συσπειρώσει τους αντιπάλους της χούντας.

 
 

Το 1974 ο Πανσέληνος εξέδωσε το πεζογράφημα «Τότε που ζούσαμε», με το οποίο έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό.

Σε αυτό παρουσιάζεται η κοινωνικοπολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα μας από την προπολεμική περίοδο έως την εποχή του Εμφυλίου.

Εκτός από τα πολυάριθμα κείμενά του στα περιοδικά, ο Πανσέληνος έγραψε ποίηση (ποιητικές συλλογές «Μέρες οργής» το 1945 και «Ταξίδια με πολλούς ανέμους» το 1964), ταξιδιωτικά αφηγήματα, δοκίμια, αυτοβιογραφικά κείμενα.

 
 

Ο Πανσέληνος, που διακρινόταν για το κριτικό πνεύμα του και τη σατιρική φλέβα του, είχε μελετήσει μαρξισμό, κοινωνιολογία, φιλοσοφία και λογοτεχνία, εγχώρια και ξένη.

Ο Ασημάκης Πανσέληνος απεβίωσε στην Αθήνα την 1η Σεπτεμβρίου 1984.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο