Εάν μπείτε στον κόπο και ρωτήσετε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα από τη δική μου ηλικιακή ομάδα, τους εξήντα και φεύγα, ποιες ταινίες την έχουν σημαδέψει από τα νεανικά της χρόνια, θα λάβετε φυσικά ποικίλες απαντήσεις, αλλά μάλλον θα σκοντάψετε συχνότερα από όσο προβλέπουν οι στατιστικές πιθανότητες και στις εξής τρεις: «Φράουλες και αίμα» (1970) του Στιούαρτ Χάγκμαν, «Jesus Christ Superstar» (1973) του Νόρμαν Τζιούισον, «Στη φωλιά του κούκου» (1975) του Μίλος Φόρμαν. Οι πιο πολλοί από τους συνομηλίκους μου τις είδαν ελαφρώς ετεροχρονισμένα, είτε επειδή ήταν ακόμη ανήλικοι κατά την πρώτη τους προβολή (θα βάζαμε τα γέλια, με τα σημερινά μέτρα και σταθμά, αλλά τότε αυτές οι ταινίες είχαν κριθεί… ακατάλληλες), είτε επειδή η επτάχρονη δικτατορία – στην περίπτωση των δύο πρώτων – είχε απαγορεύσει την προβολή τους προληπτικά ή είχε εξουσιοδοτήσει τη λογοκρισία να τις πετσοκόψει σε σημείο αγνώριστο.

Στις «Φράουλες και αίμα» παρακολουθήσαμε, με αδιόρατη μυθοπλαστική μεταποίηση, την εξέγερση των αμερικανών φοιτητών κατά του πολέμου στο Βιετνάμ (προπομπό του δικού μας Πολυτεχνείου, όπως μας άρεσε να την εκλαμβάνουμε εκ των υστέρων), ενώ στο «Jesus Christ Superstar» και στην Ελλάδα, μια χώρα όπου – σε αντίθεση με τις «μπανανίες» της Λατινικής Αμερικής και τη «Θεολογία της Απελευθέρωσης» – δεν είχαμε καμία αξιόλογη παράδοση θρησκευτικού ριζοσπαστισμού (να φανταστείτε ότι το πιο προκεχωρημένο φυλάκιο πολιτικοποίησης ήταν η «Χριστιανική Δημοκρατία» του Νίκου Ψαρουδάκη), είδαμε για πρώτη φορά στην οθόνη έναν ροκά Χριστό ν’ αμφιβάλλει για τα πάντα – και πρωτίστως για την αποστολή του -, στο πλάι μιας αισθησιακής Μαρίας Μαγδαληνής κι ενός ρέμπελου μαύρου Ιούδα: αντιλαμβάνεστε την έκπληξη και την έξαψη για όλα εμάς, τα παραστρατημένα κατηχητόπουλα.

Εκτός από την απροκάλυπτη νεολατρεία και την εικονοκλαστική διάθεση, οι «Φράουλες και αίμα» και το «Jesus Christ Superstar» είχαν κι ένα ακόμη κοινό στοιχείο με τη «Φωλιά του κούκου»: τη νομιμοποίηση της εξέγερσης εναντίον του αυταρχισμού, από όπου ο τελευταίος και αν προέρχεται. Ιδίως στη «Φωλιά του κούκου» τα όρια αυτής της νομιμοποίησης διευρύνονταν σε νέα πρωτόγνωρα επίπεδα: κάλυπταν και όσους δεν είχαν σώας τας φρένας. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο Τσέχος Μίλος Φόρμαν (1932-2018), είχε διακριθεί ως ένα από τα τρομερά παιδιά της «Ανοιξης της Πράγας» και είχε καταφέρει να καταφύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Αύγουστο του 1968, όταν τα τεθωρακισμένα του Συμφώνου της Βαρσοβίας έπνιξαν στο αίμα  τις όψιμες αυταπάτες για «έναν σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Ο Φόρμαν γνώριζε από πρώτο χέρι πώς το Κρεμλίνο και οι κατά τόπους μαριονέτες του ασκούσαν την υψηλή τέχνη της «κλινικοποίησης» της πολιτικής ζωής, τουτέστιν: να χαρακτηρίζεις τους πολιτικούς σου αντιπάλους ως ψυχοπαθείς και να τους μαντρώνεις στα ψυχιατρεία επ’ αόριστον -έως ότου επανέλθουν στα συγκαλά τους, με άλλα λόγια, φρονιμέψουν. Εξυπακούεται λοιπόν πως, μόλις έπεσε στα χέρια του Φόρμαν το ομώνυμο μυθιστόρημα του Κεν Κέισι, ο σκηνοθέτης διέκρινε, πίσω από τις γραμμές που καυτηρίαζαν τον βίαιο κατασταλτικό μηχανισμό των ψυχιατρικών ιδρυμάτων, μια σπουδαία ευκαιρία για μια γενναία πολιτική καταγγελία.

Η «Φωλιά του κούκου» θριάμβευσε τόσο στις κριτικές στήλες, όσο και στα ταμεία. Σάρωσε και τη βραδιά απονομής των Oσκαρ: προτάθηκε σε εννέα από τις βασικές κατηγορίες και κέρδισε το αγαλματάκι στις πέντε. Το «σαλεμένο» βλέμμα του Τζακ Νίκολσον αναρτήθηκε στα εφηβικά δωμάτια όλης της υφηλίου και το μήνυμα της ταινίας μεταλαμπαδεύτηκε από δεκαετία σε δεκαετία: δεν υπάρχουν «πλάσματα του Θεού» πρώτης και δεύτερης κατηγορίας· απαιτούν άπαντα την κατανόησή μας. Η κραυγή από τη «Φωλιά του κούκου» συμπεριέλαβε τις κραυγές από τις δύο άλλες ταινίες κι έφθασε ως τις μέρες μας ελαφρά παραμορφωμένη: υπέρτατο δικαίωμα του ανθρώπου είναι η ελευθερία να διαμορφώνει τη δική του άποψη και να ενεργεί κατά συνείδηση: από την ψήφο έως τον εμβολιασμό, κανένας κερατάς δεν θα μου επιβάλλει τι να πράξω. Το αυτεξούσιο υπεράνω όλων. Ή μήπως όχι;

«Κύριοι, μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί». Θεωρείται ως η πιο διάσημη ρήση του Τζον Μέιναρντ Κέινς, του άγγλου οικονομολόγου που έσπευσε να δώσει συγχωροχάρτι στον κρατικό παρεμβατισμό, υπό τη μορφή μεγάλων δημόσιων επενδύσεων, σε εποχές δραματικής ύφεσης της οικονομίας, όπως εκείνης που ακολούθησε το Κραχ του 1929. Hταν η (αυτο)σαρκαστική απάντησή του σε όσους συναδέλφους του προέβλεπαν ότι οι μεγάλες δημόσιες επενδύσεις θα οδηγούσαν μακροπρόθεσμα σε μεγάλα δημόσια ελλείμματα. Τηρουμένων των αναλογιών, μια παρόμοια απάντηση θα μπορούσε να δώσει και σήμερα ο διορατικός μακαρίτης, εάν έκοβε μια βόλτα από τις σύγχρονες «φωλιές του κούκου», τις διάσπαρτες στις διαδηλώσεις και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εάν ερχόταν αντιμέτωπος με τους νέας κοπής αντιεμβολιαστές που κυκλοφορούν αγκαζέ με τους νέας κοπής δικαιωματιστές: προϋπόθεση είναι να παραμείνουμε ζωντανοί, όσο το δυνατόν περισσότεροι για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα· εάν πεθάνουμε, τα δικαιώματά μας θα έχουν το ίδιο αντίκρισμα που θα έχουν και τα ελλείμματα. Μηδέν. Zero. Nada.

Πώς φθάσαμε ως εδώ; Πέρυσι τέτοιον καιρό, η Εκκλησία μας έδινε μάχες οπισθοφυλακών και προσπαθούσε να πείσει το ποίμνιό της ότι, με κάποιο μαγικό τρόπο, απαλλάσσεται του κινδύνου όταν μεταλαμβάνει ή συνωστίζεται στους ιερούς ναούς. Εφέτος, οι ίδιοι μητροπολίτες, οι περσινοί κήρυκες του παραλογισμού, προτρέπουν τους ίδιους αμνούς να ανακρούσουν πρύμναν και οι αμνοί (με το δίκιο τους, θα  έλεγε κανείς, ως κατ’ εξακολούθησιν εξαπατημένοι καταναλωτές ψεμάτων) εξανίστανται, προπηλακίζουν τους ποιμενάρχες, τους καθυβρίζουν ως «δειλούς» και «προδότες». Ενόσω εξετάζεται σοβαρά η χορήγηση και τρίτης δόσης εμβολίου στις ευπαθείς ομάδες, οι ευπαθείς ομάδες αρνούνται να κάνουν ακόμη και την πρώτη, ανεμίζουν φλάμπουρα με δικέφαλους αετούς, γονατίζουν και ψάλλουν τον Ακάθιστο Υμνο.

Oμως το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό – και πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Παντού οι «φωλιές του κούκου», η μία μετά την άλλη, σηκώνουν τη σημαία της εξέγερσης. Χιλιάδες διαδηλωτές κατεβαίνουν στους δρόμους, με μουτσούνες των κυβερνητών τους στη χιτλερική παραλλαγή με το μουστακάκι ή με το εβραϊκό κίτρινο αστέρι στο πέτο: έτσι αισθάνονται επειδή τους ζητούν το πράσινο πιστοποιητικό εμβολιασμού – ακάθαρτοι, αποσυνάγωγοι, δακτυλοδεικτούμενοι (και ταυτόχρονα ξεχωριστοί, εκλεκτοί, αλύγιστοι, οι μόνοι που δεν υποκύπτουν). Την ώρα που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας διακηρύσσει ότι βρισκόμαστε προ των πυλών ενός τέταρτου, πιο βίαιου κύματος της πανδημίας, με κύριους φορείς όσους αρνούνται να εμβολιαστούν («αληθινά εργαστήρια μεταλλάξεων», τους αποκαλούν οι επαΐοντες), οι αρνητές  ανεβάζουν ντεσιμπέλ και οι έμποροι του αντιεμβολιασμού αβγαταίνουν τα κέρδη. Δεν έτυχε· πέτυχε. Επίτευγμα δεκαετιών αυτή η παραφροσύνη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο