Η Σουσίλα Μουνσάμι κατάφερε να πραγματοποιήσει μια μεγάλη της ελπίδα: Να συναντηθεί με συγγενείς της και να τους αγκαλιάσει. Σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας, έβλεπε μόνο τα αδέρφια, τις ανιψιές και τους ανιψιούς της με μάσκες και τηρώντας αποστάσεις. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, όμως, όταν η πολιτεία της Καλιφόρνια όπου ζουν επέκτεινε τη διανομή εμβολίων, κατάφεραν να ξανασυναντηθούν κανονικά.

«Ήταν μια πολύ συγκινητική εμπειρία, όλοι αγκαλιαστήκαμε. Και με δάκρυα στα μάτια, ευχαριστήσαμε τον Θεό που μας έφερε και πάλι κοντά και μας επέτρεψε να αγκαλιάζουμε ο ένας τον άλλο», λέει η ίδια στον Guardian. «Ποτέ δεν εκτιμήσαμε τόσο πολύ τις αγκαλιές των μελών της οικογένειάς μας».

Λίγες εβδομάδες αργότερα θα πήγαινε και την πρώτη της οικογενειακή εκδρομή. Όμως δεν μπορεί να απολαύσει πλήρως την ελευθερία της, καθώς ένας από τους συγγενείς της που ζει ακόμη στη Νότιο Αφρική, όπου γεννήθηκε και η ίδια η Μουνσάμι και από όπου έφυγαν οι γονείς της εξαιτίας του Απαρτχάιντ, έχασε τη ζωή του από Covid-19. Λιγότερο από το 6% της χώρας έχει κάνει έστω μια δόση του εμβολίου, ενώ οι πλήρως εμβολιασμένοι δεν καταφέρνουν καν να αγγίξουν το 1%.

Ο ιός έχει ήδη κόψει το νήμα της ζωής 13 συγγενών και φίλων της και η ίδια τρέμει καθημερινά ότι θα ακούσει και άλλες κακές ειδήσεις. Στην Καλιφόρνια, όπου ζει, ο μισός πληθυσμός έχει ολοκληρώσει τον εμβολιασμό του. Δεν ξέρει πώς να νιώσει για αυτό.

«Σίγουρα είναι πολύ ευχάριστο», αναφέρει στον Guardian. «Όμως την ίδια στιγμή σκέφτεσαι όλους εκείνους που έχουν χαθεί και πόσο θα ήθελες να έχουν φτάσει κι εκείνοι ως εδώ και να γιορτάζουμε όλοι μαζί. Αυτό θα ήταν υπέροχο. Πρέπει να τους θυμόμαστε και να προχωράμε. Να γιορτάζουμε την ελευθερία μας, αλλά να μην ξεχνάμε εκείνους που έχουν χαθεί».

Η Μουνσάμι δεν είναι η μόνη που βιώνει αυτή την αμφιθυμία καθώς οι περιορισμοί σταδιακά αίρονται. Σε όλη την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, αναμένεται τα εμβόλια να οδηγήσουν στην επιστροφή έστω κάποιου βαθμού κανονικότητας μέσα στους επόμενους μήνες. Στην Αγγλία, η 19η Ιουλίου, η μέρα κατά την οποία έχει οριστεί η άρση των μέτρων, αποκαλείται «Ημέρα Ελευθερίας» από τα ΜΜΕ. Στις ΗΠΑ, οι περισσότερες πολιτείες έχουν ήδη άρει τα μέτρα. Και σε όλη την Ευρώπη, σε διαφορετικά επίπεδα, οι πολίτες ετοιμάζονται για το καλοκαίρι. Έστω και με 2.000 κρούσματα την ημέρα.

Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για όλο τον κόσμο. Από την Καμπάλα μέχρι το Κέιπ Τάουν και από τις Φιλιππίνες μέχρι το Περού, η πανδημία δεν συνεχίζεται απλώς, αλλά επιδεινώνεται. Στα φτωχότερα κράτη, μόλις το 1% του πληθυσμού κατά μέσο όρο έχει λάβει έστω μια δόση του εμβολίου.

Στη μέση αυτού του χάσματος βρίσκονται εκατομμύρια άνθρωποι, μέρος της οικογένειας των οποίων εξακολουθεί να ζει στον αναπτυσσόμενο κόσμο και οι οποίοι έχουν τη (δυσάρεστη) ευκαιρία να παρατηρήσουν την ανισότητα των εμβολίων στις συνομιλίες τους με τους συγγενείς τους.

Αυτές οι τεράστιες διαφορές ήταν ανέκαθεν μέρος της εμπειρίας της μετανάστευσης, όμως η πανδημία τις έχει μεγεθύνει. Για πολλούς μετανάστες, τα εμβολιαστικά προγράμματα δύο ταχυτήτων έχουν καταλήξει να αντιπροσωπεύουν όλα εκείνα τα πράγματα που ορισμένα μέλη της οικογένειας διαθέτουν – και άλλα όχι.

«Αισθάνομαι απίστευτες τύψεις και μεγάλη θλίψη», λέει στον Guardian η Ιζαμπέλα (πρόκειται για ψευδώνυμο), μια φοιτήτρια νομικής από την Κολομβία που ζει στον Καναδά από την ηλικία των τεσσάρων ετών.

«Ξέρεις, γιατί είναι έτι ο κόσμος; Γιατί να αναγκάζεσαι να εγκαταλείψεις την πατρίδα σου για να είσαι ασφαλής, για να είσαι υγιής; Γιατί δεν μπορούσαμε να μείνουμε στο σπίτι μας και να έχουμε την ίδια εμπειρία με τον Καναδά;», αναρωτιέται.

Η Κολομβία αυτή τη στιγμή βιώνει το τρίτο κύμα κοροναϊού, ενώ από τα μέσα Μαρτίου έχει θρηνήσει περίπου 45.000 νεκρούς – δηλαδή πάνω από το 40% των συνολικών απωλειών του κοροναϊού. Περίπου το 24% του πληθυσμού έχει κάνει μια δόση του εμβολίου. Το αντίστοιχο ποσοστό στον Καναδά αγγίζει το 69%.

Η 23χρονη Ιζαμπέλα έχει εμβολιαστεί πλήρως. Περιγράφει πώς ένιωσε όταν έκανε και τη δεύτερη δόση:

«Ένιωσα χαρούμενη και θυμάμαι ότι ήθελα να βάλω τα κλάματα καθισμένη στη μικρή καρέκλα, επειδή κοιτούσα γύρω μου και μου φαινόταν απίστευτο πόσα οργανωμένα ήταν όλα, όμως ταυτόχρονα ήξερα ότι δεν ισχύει το ίδιο για την Κολομβία και ότι θα περάσει τουλάχιστον άλλος ένας χρόνος πριν η ξαδέρφη μου που ζει εκεί και έχουμε την ίδια ηλικία καθίσει στην ίδια καρέκλα. Και ποιος ξέρει τι θα έχει συμβεί εντωμεταξύ;»

Η Φαρούκ Τρικί, είναι προγραμματιστής από την Τυνησία και ζει στο Παρίσι μαζί με τη σύζυγό του εδώ και τέσσερα χρόνια. Έχει εμβολιαστεί. Κανένας από την οικογένειά του στην Τυνησία δεν έχει πρόσβαση στο εμβόλιο, πράγμα αναμενόμενο, αφού μόλις το 5% της χώρας έχει κάνει και τις δύο δόσεις.

Τον περασμένο μήνα, τα κρούσματα έφτασαν σε αριθμούς ρεκόρ, καθώς τα πρώτα περιστατικά λοίμωξης από την παραλλαγή Δέλτα εντοπίστηκαν στον πληθυσμό που ήδη είχε τον μεγαλύτερο αριθμό θανάτων κατά κεφαλήν σε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο.

«Ανησυχώ και φοβάμαι», λέει ο 30χρονος Τρίκι στον Guardian. «Επειδή έχω ακούσει ότι είναι ακόμη χειρότερη από τη βρετανική παραλλαγή», την οποία είχε κολλήσει η οικογένειά του τον Μάρτιο. Οι γονείς του δεν χρειάστηκαν νοσηλεία, όμως πολλοί φίλοι και συγγενείς του πέθαναν.

Η Ιζαμπέλα, που παρακολουθούσε από μακριά τον κοροναϊό να σπαράζει την οικογένειά της στην Κολομβία, αισθάνεται φρικτά που δεν μπορεί να βοηθήσει. «Νομίζω το χειρότερο είναι πως νιώθω ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα», λέει. «Προσπαθούμε να βοηθήσουμε οικονομικά την οικογένειά μας, τους στέλνουμε χρήματα όταν τα χρειάζονται αλλά κατά τα άλλα… είναι το μόνο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε από εδώ».

Στις αρχές του έτους, ο επικεφαλής του ΠΟΥ, Τέντρος Άντανομ Γκεμπρεγιέσους προειδοποίησε ότι ο πλανήτης βρίσκεται «στο χείλος μιας καταστροφικής ηθικής αποτυχίας» σε περίπτωση που δεν διανεμηθούν περισσότερα εμβόλια στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Όμως οι προσπάθειες για κάτι τέτοιο είναι πολύ περιορισμένες.

Το πρόγραμμα Covax, που σχεδιάστηκε για τη μεταφορά φθηνών δόσεων και την ενίσχυση της ισότητας του εμβολιασμού, ήδη κατηγορείται πως θέτει υπερβολικά χαμηλούς στόχους, ενώ ο κύριος προμηθευτής του, το Ινστιτούτο Serum στην Ινδία, έχει διακόψει τις εξαγωγές προκειμένου να διαθέσει τα εμβόλια που παράγει στο εσωτερικό της χώρας.

Μέχρι στιγμής έχει καταφέρει να διανείμει μόλις 95 εκατ. από τα σχεδόν 2 δισ. εμβόλια που είχε υποσχεθεί να παραδώσει εντός του έτους. Οι προμήθειες δεν είναι το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζει: Σε πολλά κράτη χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, ο προγραμματισμός του μαζικού εμβολιασμού αποτελεί από μόνος του τεράστιο βάρος για τα εύθραυστα συστήματα υγείας.

Η Μουνσάμι και η Ιζαμπέλα συμφωνούν ότι είναι ηθική υποχρέωση των πλούσιων κρατών να βοηθήσουν εκείνους που δεν διαθέτουν τους πόρους. Ωστόσο δεν είναι μόνο ζήτημα αλτρουισμού: Το ίδιο ακριβώς προστάζει και η λογική.

«Τώρα που οι αναπτυσσόμενες χώρες ετοιμάζονται να εμβολιάσουν τους πολίτες τους απαιτούνται τεράστιες – αλλά τεράστιες – προσπάθειες προκειμένου να τους δοθούν εμβόλια. Αν όχι για τον αλτρουισμό του πράγματος, τότε για την προστασία του υπόλοιπου πλανήτη από νέες παραλλαγές», σημειώνει στον Guardian.

Η Μουνσάμι συμφωνεί: «Είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα που μας επηρεάζει όλους. Βοηθώντας τους άλλους, στην πραγματικότητα βοηθάμε τον εαυτό μας», λέει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr