Κύριοι συνάδελφοι, η εξωτερική πολιτική της χώρας μας παίρνει ήδη πιο συγκεκριμένη και πιο σταθερή μορφή με την ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Και αυτό γιατί είναι φυσικό με την ένταξή μας να ταυτίσουμε κατά ένα τρόπο την πορεία μας πολιτικά, οικονομικά και αμυντικά με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Αυτός δε ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο η Αριστερά καταπολεμά με πάθος την ένταξή μας. ∆εν την καταπολεμά διότι την θεωρεί ασύμφορη για την Ελλάδα, αλλά γιατί επιθυμεί να αποκοπεί η Ελλάς από την ∆ημοκρατική ∆ύση.

Άφησα τελευταίο το θέμα της εντάξεώς μας στην Κοινή Αγορά γιατί είναι το σημαντικώτερο για το μέλλον της χώρας μας. Για την μεγάλη σημασία που έχει η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα μίλησα διά μακρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας εντάξεως, και κατά την συζήτηση που διεξήχθη στη Βουλή για την επικύρωσή της. Παρά ταύτα θα αναφερθώ και πάλι δι’ ολίγων στα πλεονεκτήματα που μας προσφέρει η ένταξη αυτή, και αυτό γιατί συνεχίζονται οι βολές κατά της εντάξεως, μολονότι θα μπορούσα να τις χαρακτηρίσω βολές πλέον άσφαιρες.

Όπως γνωρίζετε, την ένταξή μας δεν την εζήτησε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Αντιθέτως υπήρχαν επιφυλάξεις και θα μπορούσα να πω δικαιολογημένες επιφυλάξεις. Το τονίζω αυτό, γιατί πολλές φορές υπεστηρίχθη ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δέχθηκε την Ελλάδα στους κόλπους της για να την εκμεταλλεύεται.

Την ένταξη την επιδιώξαμε εμείς. Και την επιδιώξαμε επίμονα. Κι αυτό γιατί αποτελούσε μια σταθερή εθνική επιδίωξη που υιοθετήθηκε πριν 18 χρόνια από όλα τα κόμματα.

Είναι βέβαια ατυχής η σύμπτωση ότι η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα πραγματοποιείται σε μία στιγμή που ολόκληρος ο κόσμος, και ειδικώτερα η Ευρώπη, διέρχεται βαρειά και πολύμορφη κρίση.

Αλλά είναι βέβαιο ότι θα είμαστε πολύ χειρότερα αν εμέναμε μόνοι μέσα σ’ αυτή την παγκόσμια κρίση που δημιουργεί ανησυχίες και δεν επιτρέπει σε κανένα λαό να αισθάνεται ασφαλής.

Τα πλεονεκτήματα που μας προσφέρει η ένταξη είναι πολιτικά και οικονομικά. Γι’ αυτά κατ’ επανάληψη έγινε συζήτηση στη Βουλή και δεν νομίζω ότι παρίσταται ανάγκη να τα αναπτύξω περισσότερο από ό,τι η στιγμή αυτή επιβάλλει.

Τα μεν πολιτικά πλεονεκτήματα συνίστανται στην ενίσχυση της εθνικής μας ανεξαρτησίας και των δημοκρατικών μας θεσμών. Τα δε οικονομικά στην υποβοήθηση και επιτάχυνση της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως της χώρας.

Με την ένταξή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια γινόμαστε ισότιμοι με τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες, δεδομένου ότι θα έχουμε ισοδύναμη με αυτές ψήφο και θα μετέχουμε με τον τρόπο αυτό στα κέντρα αποφάσεων, αντί να βρισκόμαστε, ως χώρα μικρή και μεμονωμένη, στο περιθώριο της διεθνούς ζωής.

Με άλλα λόγια, με την ένταξή μας θα βγούμε από την αιώνια μοναξιά μας, που μας εξέθετε σε παντοειδείς κινδύνους και μας υποχρέωνε να αναζητούμε κηδεμόνες.

Αυτή είναι η μεγάλη, η βασική σημασία της εντάξεως της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Θα είχα τον πειρασμό, διότι ακριβώς η διεθνής κατάσταση είναι τόσο επικίνδυνη, να ζητήσω και από την Αντιπολίτευση να υποστηρίξει την πολιτική μας αυτή.

∆εν θα μιλήσω για την αδέσμευτη πολιτική, την οποία η Αριστερά μάς προσφέρει ως εναλλακτική λύση. Είναι άλλωστε γνωστοί οι λόγοι για τους οποίους την επιδιώκει.

Σκοπός επίμονος της Αριστεράς είναι, όπως είπα προηγουμένως, να αποκοπεί η Ελλάς από την ∆ημοκρατική ∆ύση.

Αλλά αν ποτέ, κύριοι συνάδελφοι, αποκοπεί η Ελλάς από την ∆ύση, θα οδηγηθεί σε οδυνηρές περιπέτειες. Γιατί θα βρεθεί μοναχή στον κόσμο, χωρίς την αλληλεγγύη κανενός, και μάλιστα σε μία εποχή που η διεθνής κατάσταση επιβάλλει σε κάθε χώρα να επιδιώκει το μάξιμουμ των εγγυήσεων για την ασφάλειά της. Και δεν νομίζω επίσης ότι είναι ανάγκη να σας υπενθυμίσω ποιος θα επωφελείτο από την ενδεχόμενη αποκοπή μας από την ∆ύση.

Οι αδέσμευτοι, κύριοι συνάδελφοι, δεν αποτελούν πολιτική και στρατιωτική δύναμη ικανή να εγγυηθή την ασφάλεια των μελών της. Οι αντιθέσεις τους εξ άλλου –και το λέω αυτό με λύπη μου– είναι τόσο συχνές και έντονες, ώστε να καθιστούν προβληματική τη συνοχή τους. Είναι δυνατόν υπό τας συνθήκας αυτάς και με δεδομένη την κρίσιμη διεθνή κατάσταση, σοβαρώς να υποστηριχθή ότι η Ελλάς μπορεί να ακολουθήσει πολιτική αδέσμευτη;

Όπως είπα, κύριοι συνάδελφοι, στην αρχή της ομιλίας μου η διεθνής κατάσταση είναι σκοτεινή και δεν είναι δυνατό να κάνει κανείς προβλέψεις για το μέλλον. Στο πλαίσιο της διεθνούς αυτής καταστάσεως, η Ελλάς έχει να επιλύσει διάφορα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα. Ο χειρισμός αυτών των προβλημάτων, για να είναι ασφαλής και ακίνδυνος, απαιτεί σύνεση, συνδυασμένη με αποφασιστικότητα, και προπαντός απαιτεί εθνική ενότητα και κοινωνική συνοχή.

Είναι ανάγκη κάποτε, επιτέλους, να αντιληφθούμε ότι δεν είναι δυνατό να λύσουμε τα προβλήματά μας με διαδηλώσεις και δημαγωγικούς ανταγωνισμούς. Αντίθετα, θα τα καταστήσουμε οξύτερα, όπως τα κατέστησαν οξύτερα όλες εκείνες οι χώρες οι οποίες δοκιμάζονται σήμερα από πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές.

Παρακολουθούμε καθημερινά στα μέσα ενημερώσεως τα γεγονότα που συμβαίνουν σ’ όλο τον κόσμο, και μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις διδακτικές. Η χώρα μας, όπως είπα πολλές φορές, μέσα σ’ ένα κόσμο αναρχούμενο, έχει αυτή τη στιγμή σταθερότητα πολιτική, γαλήνη κοινωνική και, σε σύγκριση με άλλες χώρες, πρόοδο οικονομική. Το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό, συνεπεία της διεθνούς οικονομικής κρίσεως, αντιμετωπίζουμε και εμείς δύσκολα προβλήματα στον οικονομικό τομέα, δεν αναιρεί αυτή την διαπίστωση, ότι δηλαδή τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε στον τόπο μας πέραν των άλλων και αξιόλογη οικονομική πρόοδος.

Κύριοι βουλευταί, τις κατακτήσεις αυτές των τελευταίων ετών, πολιτικές και οικονομικές, θα πρέπει να τις προστατεύσουμε, γιατί είναι σημαντικές. Και είναι τόσο σημαντικές, ώστε να μας επιτρέψουν να ενταχθούμε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Γιατί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, αν η κατάσταση στην Ελλάδα, πολιτική και οικονομική, δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη, δεν θα ήτο δυνατόν ποτέ τα μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητος να δεχθούν την ένταξη της χώρας μας.

Την δέχθηκαν, γιατί στα τελευταία πέντε χρόνια, σε όλους τους τομείς σημειώθηκε σημαντική πρόοδος. Μπορεί την πρόοδο αυτή να μην την εκτιμούμε κατά τον ίδιο τρόπο. Και αυτό είναι φυσικό, όχι μόνο γιατί εμείς είμαστε Κυβέρνηση και σεις Αντιπολίτευση, αλλά γιατί συμβαίνει να έχουμε και διαφορετική πολιτική και οικονομική φιλοσοφία.

Τις κατακτήσεις αυτές έχουμε χρέος να τις προστατεύσουμε σήμερα που διάφοροι κίνδυνοι, αστάθμητοι κίνδυνοι, τις απειλούν. Είμαι βέβαιος, κύριοι συνάδελφοι, ότι, αν όλοι προσαρμόσουμε την συμπεριφορά μας στις απαιτήσεις των περιστάσεων, θα ξεπεράσουμε τις σημερινές δυσκολίες, πολιτικές και οικονομικές, και θα ξαναβρούμε σύντομα την ανοδική μας πορεία.

*Απόσπασμα ομιλίας του αειμνήστου Κωνσταντίνου Καραμανλή στη Βουλή, 11 Ιανουαρίου 1980 (Πρακτικά Βουλής, Περίοδος Β’ Προεδρευομένης Δημοκρατίας, Σύνοδος Γ’, Συνεδρίασις ΜΗ’).

Σχολιάζοντας την ανωτέρω αγόρευση του Καραμανλή επί των εθνικών θεμάτων τον Ιανουάριο του 1980, ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος γράφει, μεταξύ πολλών άλλων, τα εξής:

Ο «αυστηρός Μακεδόνας» είχε συνειδητά επιδιώξει να επενδύσει τις δημόσιες αγορεύσεις και τις ιδιωτικές ρήσεις του με το στοιχείο της λιτότητας. Εχθρός εκ πεποιθήσεως της εξεζητημένης γλαφυρότητας των κορυφαίων ομολόγων του ή των δημαγωγικών εξάρσεων, φάνηκε να αρκείται στη διατύπωση έλλογων επιχειρημάτων, μέσω των οποίων απευθυνόταν στο νου, κυρίως, και όχι στα συναισθήματα των ακροατών ή των συνομιλητών του. Προϋπόθεση στη διατύπωσή τους υπήρξε η ευκρίνεια, η αληθοφάνεια ή και η παρρησία των συλλογισμών του⋅ και, ακόμη, η σφαιρική και, ενίοτε, λεπτομερής περιγραφή των εκάστοτε τεκταινoμένων.

Ιδού τα κριτήρια που προσδιόρισαν την επιλογή της αγόρευσής του για την εξωτερική πολιτική από το βήμα της Βουλής. Θα ήταν, ενδεχομένως, εύλογη η παρατήρηση ότι προτάσσεται άλλων, καλλιεπέστερων οπωσδήποτε, παρεμβάσεών του. Η αναδημοσίευσή της όμως ακριβώς δεν βασίζεται σε στοιχεία καλολογικά. Η πρόταξή της αναδεικνύει κριτήρια που αφορούν στην υπευθυνότητα, την πληρότητα και την αντικειμενικότητα της ενημέρωσης, το συνδυασμό ενόρασης και ορθολογισμού, τη χρονική –τέλος– στιγμή της παρέμβασης. Αν, πράγματι, τα πρώτα γνωρίσματα χαρακτηρίζουν διαχρονικά το λόγο του Καραμανλή, η 11η Ιανουαρίου 1980 συμπίπτει με την ύστατη ενημέρωση της εθνικής αντιπροσωπείας πάνω σε θέμα κεντρικής σημασίας για την πορεία του έθνους. Έχοντας βιώσει περιπέτειες και προβλήματα μιας ολόκληρης πεντηκονταετίας, θεώρησε απαραίτητο, προτού αποχωρήσει από τη μαχόμενη πολιτική, να προβεί στην ανασκόπηση της διπλωματικής θέσης της χώρας. Υπό την έννοια αυτή θα ήταν μάλιστα δυνατό να χαρακτηριστεί και ως είδος υποθήκης του επί των θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής.

(Πηγή: Τετράδια Κοινοβουλευτικού Λόγου [9], foundation.parliament.gr)

Και ένα προσωπικό σχόλιο επί των προεκτεθέντων, εις μνήμην του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από 23 ακριβώς χρόνια, ανήμερα του Αγίου Γεωργίου, το 1998: η Ελλάδα μπόρεσε να ξεπεράσει τους ποικιλώνυμους σκοπέλους (στα μείζονα εθνικά ζητήματα, στο οικονομικό πεδίο κ.α.) από το 1980 και μετά χάρη στη διορατικότητα και την ορθοφροσύνη του μεγάλου μακεδόνα πολιτικού, που την ενέταξε στην ευρωπαϊκή οικογένεια και περιφρούρησε όσο κανείς άλλος τη δημοκρατική ομαλότητα και τους ισχυρούς δεσμούς της χώρας μας με τη Δημοκρατική Δύση.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο