Πάντα αναρωτιόμουν γιατί πέφτουν οι κυβερνήσεις. Από έναν πόλεμο; Μια οικονομική κρίση; Σκάνδαλα; Κάποια κοινωνική έκρηξη; Πολιτική αστάθεια; Τα «γεγονότα»;

Οσο προσπαθούσα να απαντήσω συνειδητοποιούσα πως όλα αυτά μπορεί να ισχύουν. Αλλά αλλού.

Από το 1974, στην Ελλάδα έχει πέσει μόνο μία κυβέρνηση. Συνέβη το 1993 και ήταν η κυβέρνηση του πατρός Μητσοτάκη.

Ακόμη και γι’ αυτήν όμως συζητείται αν έπεσε κατά κυριολεξία ή αν ο Μητσοτάκης πήρε την πρωτοβουλία να προσφύγει στις κάλπες, αφού η κοινοβουλευτική πλειοψηφία του είχε συρρικνωθεί στις οριακές 150 έδρες.

Με άλλα λόγια, οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα δεν πέφτουν εύκολα. Καλώς ή κακώς, δεν είμαστε Ιταλία.

Ακόμη όμως κι εκείνη τη μοναδική φορά που μια κυβέρνηση έπεσε, ο λόγος ήταν ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία διχάστηκε γύρω από ένα εθνικό θέμα.

Η ουσία συνεπώς δεν ήταν το Μακεδονικό. Ηταν η διάσπαση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία φυσικά ότι τα εθνικά θέματα είναι μεγάλος μπελάς για τις κυβερνήσεις. Σπάνια κοστίζουν, αλλά όταν συμβεί κοστίζουν πολύ.

Υπάρχει φυσικά ο αντίλογος ότι παρά τις αντιδράσεις που προκάλεσε η Συμφωνία των Πρεσπών δεν κόστισε τις εκλογές του 2019 στον Αλ. Τσίπρα.

Δεν είναι ακριβώς έτσι.

Αφενός επειδή όλες οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ήδη από το 2017 ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βάδιζε σε μια καθαρή εκλογική ήττα. Κι οι εκλογές ουδέποτε κρίνονται στις εκλογές, κρίνονται πολύ νωρίτερα.

Αφετέρου επειδή οι Πρέσπες μπορεί να μην κόστισαν την ήττα στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τον εμπόδισαν καθοριστικά να επιστρέψει στο εκλογικό παιχνίδι. Η τότε κυβερνητική παράταξη πήγε στις εκλογές τόσο αποκαρδιωμένη και τόσο βέβαιη για το τελικό αποτέλεσμα, ώστε σχεδόν πανηγύριζαν που έχασαν «μόνο» με 8,5 μονάδες διαφορά.

Το δίδαγμα του 1993 και του 2019 αφορά τον σημερινό Μητσοτάκη.

Θεωρητικά δεν έχει μεγάλα ζόρια μπροστά του. Το Κέντρο δεν τον απειλεί, η Αριστερά δεν τον φοβίζει, η αντιπολίτευση δεν βουλιάζει τους δρόμους.

Η Δεξιά θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργήσει πρόβλημα. Οχι φυσικά με αυτούς τους «θιάσους αποτυχημένων πρώην πολιτευτών» που υποδύονται τους αντιμητσοτακικούς επειδή έμειναν αβόλευτοι στο ράφι.

Αλλά επειδή η κυριαρχία του Μητσοτάκη στο Κέντρο έχει ως προϋπόθεση τον έλεγχο της Δεξιάς. Κάτι που γνωρίζει και κάνει επιτυχώς από το 2016.

Υπάρχει φυσικά η πανδημία. Η οποία έχει τώρα το κόστος της, αλλά όταν περάσει (που προφανώς θα περάσει…) θα συνοδευτεί από τέτοιο αίσθημα ανακούφισης, το οποίο θα υπερκαλύψει τις αδυναμίες μιας κυβέρνησης που ούτως ή άλλως δεν είναι κι από τις χειρότερες.

Πράγμα που σημαίνει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει την ευχέρεια σε τρεις μήνες να ολοκληρώσει τη μισή θητεία της και να βρίσκεται ακόμη σε καλύτερο σημείο από εκείνο που ξεκίνησε.

Παρ’ όλα αυτά, έρχεται μπόρα.

Κι η μπόρα είναι επικίνδυνη όταν έρχεται σε απροσδόκητες καιρικές συνθήκες και σε αχαρτογράφητα νερά.

Μέσα στον Απρίλιο θα έχουμε τη συνάντηση Δένδια – Τσαβούσογλου, την επόμενη συνάντηση των διερευνητικών με την Τουρκία που δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη και την «άτυπη πενταμερή» για το Κυπριακό στη Γενεύη την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου.

Αν φυσικά δεν προκύψει κάτι απρόβλεπτο ή κάτι καινούργιο, η κυβέρνηση θα μπορέσει να αφοσιωθεί στο άνοιγμα του τουρισμού και να κάνει ταμείο τον Σεπτέμβριο.

Διαφορετικά, θα πρέπει να βγάλει από το ντουλάπι τα αδιάβροχα και τις νιτσεράδες.

Διότι μια αιφνίδια επιτάχυνση των εξελίξεων στο ελληνοτουρκικό μέτωπο θα βάλει διλήμματα στο τραπέζι, θα απαιτήσει δύσκολες αποφάσεις και θα δοκιμάσει τη συνοχή και τις αντοχές της κυβέρνησης σε πολλά επίπεδα. Ακόμη και στο εσωκομματικό πεδίο θα εκδηλωθούν συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις – η Δεξιά που λέγαμε…

Υποθέτω ότι ο Μητσοτάκης έχει επίγνωση του μετεωρολογικού δελτίου.

Αν θέλουμε να είμαστε συνετοί, τίποτα δεν δείχνει σήμερα ότι θα έχουμε μια επίσπευση των πραγμάτων. Η τουρκική πολιτική είναι δυσκίνητη, μονοκόμματη κι ελάχιστα εφεκτική σε ανοίγματα. Φυσιολογικά η Ελλάδα θα την ακολουθήσει στον δρόμο της επιφύλαξης.

Στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσαμε να ελπίσουμε ότι η Τουρκία δεν θα μας υποχρεώσει να κυνηγιόμαστε για άλλο ένα καλοκαίρι με πολεμικά πλοία και γεωτρύπανα στο Αιγαίο. Μια χαρά.

Αν θέλουμε να είμαστε ριψοκίνδυνοι στα προγνωστικά μας, θα διακινδυνεύαμε ένα τουρκικό άνοιγμα στο Κυπριακό ή έστω στις ευρωτουρκικές σχέσεις.

Δεν θα είναι εύκολο. Η Τουρκία καλείται πλέον να διαχειριστεί την Ελλάδα και την Κύπρο ως μέρος των ευρωτουρκικών σχέσεων αλλά κι ως μέρος ενός περιφερειακού συσχετισμού δυνάμεων που δεν της είναι ευνοϊκός.

Τι θα κάνει τελικά; Ο Θεός ή μάλλον ο Αλλάχ κι η ψυχή του.

Από την πλευρά όμως της ελληνικής πολιτικής ο χρόνος είναι περισσότερο κι από χρήμα. Ξέπνοη από την πανδημία, το τελευταίο που θα χρειαζόταν η κυβέρνηση είναι ένας ελληνοτουρκικός κυκεώνας.

Είτε στην κατεύθυνση μιας νέας όξυνσης – δεν φαίνεται πολύ πιθανό…

Είτε στην προοπτική μιας γενικής διευθέτησης – ούτε αυτό μοιάζει πιθανότερο…

Ο Κ. Μητσοτάκης διαβεβαιώνει όλους τους διεθνείς συνομιλητές του ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει καλές προθέσεις κι εποικοδομητική διάθεση στις σχέσεις με την Τουρκία.

Καλά κάνει. Αυτό πρέπει να λέει.

Η επίσκεψη στη Λιβύη άλλωστε έδειξε σε κάποιο βαθμό ότι θέλει να προχωρήσει πέρα από τις πρόσφατες έριδες.

Αλλά έως τώρα η δυσκινησία της Τουρκίας είναι ο καλύτερος σύμμαχός του. Οσο η Τουρκία μένει στα ίδια, η Ελλάδα δεν έχει να κάνει τίποτα. Ούτε κανείς θα της ζητήσει να κάνει κάτι.

«Ερχεται βροχή, έρχεται μπόρα» τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Και συμβούλευε: «Στα πόδια μας ζεστή μια θερμοφόρα, κόκκινη κουβέρτα και παλιά περιοδικά».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο