Στην υγειά σου, αδερφέ μας κι αρχηγέ μας! Και καλό σου κατευόδιο! […]

Ο Βενιζέλος σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του, κι αυτοί σκουπίζαν ακόμα τα μουστάκια τους.

— Yγεία να ’χετε, αδερφοί μου και συντρόφοι! Αύριο βράδυ, σε μια πλατεία της Αθήνας, θα μιλώ στον ελληνικό λαό για τις αφορμές που αδικοπάσχει και για την αρχή της σωτηρίας του. Η Επανάσταση του περασμένου Αυγούστου έδωσε κιόλας στους πολίτες το δικαίωμα να κρίνουν άφοβα τους κυβερνήτες και να γυρεύουν εκείνους που θα σώσουνε τον τόπο. Οι καινούριοι άντρες που θα πάρουνε στα χέρια τους την εξουσία έχουν μπροστά τους έργο δύσκολο και πολύμορφο. Ποιο είναι το πρόγραμμά τους και τι ευαγγελίζουνται, θα το μάθετε καταλεπτώς αύριο μεθαύριο, μαζί με τους άλλους Έλληνες. Αλλά σήμερα σας ανήκει να ’κούσετε από το στόμα μου, σε τούτη την αγάπη, ποιες είναι οι αρχές μου και ποιος ο τελικός σκοπός μου.

Οι αρχές που ορίζουνε την πολιτεία μου είναι πως ο πολιτικός πρέπει να ’χει το δημόσιο συμφέρο κριτή για την κάθε πράξη του, και πως σ’ αυτό οφείλει να υποτάζει πρόθυμα και το κομματικό και το προσωπικό του το συμφέρο. Ο πολιτικός έχει χρέος να λέει πάντα αδείλιαστα τη γνώμη του, και ποτέ να μην τήνε νοθεύει για να γίνει αρεστός στους πάνω ή στους κάτω. Την εξουσία πρέπει να τη βλέπει όχι σαν σκοπό, παρά σαν μέσο για να πετύχει άλλο υψηλότερο σκοπό, και ποτέ να μην τήνε ξετρέχει, ανίσως χρειάζεται για τούτο ν’ απαρνηθεί καμιά από τις γνώμες του. Οφείλει συνάμα να ’ναι έτοιμος να την αποχωριστεί την εξουσία, ανίσως, για να τη διατηρήσει, βρίσκεται στενεμένος να ψευτίσει το πρόγραμμα που ψήφισε ο λαός.

Ο πολιτικός όπως τόνε θέλω είναι ο στύλος και η σκεπή της πολιτείας. Χωρίς τους καλούς πολιτικούς, το πολίτευμα, όποιο να ’ναι, δε φτάνει για να ευτυχήσει η πολιτεία. Πριν από είκοσι τρεις αιώνες, ο Αριστοτέλης ο φιλόσοφος το ’πε με λίγα λόγια πότε ένα πολίτευμα είναι σωστό και πότε αστοχημένο. Όταν ο ένας, είπε, ο μονάρχης δηλαδή στο μοναρχικό πολίτευμα, ή οι λίγοι, στο αριστοκρατικό, ή οι πολλοί, στο δημοκρατικό πολίτευμα, άρχουν για το κοινό συμφέρο, τότες οι πολιτείες προκόβουν. Μα όταν ο ένας ή οι λίγοι ή οι πολλοί άρχουν για το δικό τους το συμφέρο, τότες οι πολιτείες παραστρατούνε. […]

Οι αποφασιστικοί άντρες που θα προσφέρουν αποδώ και μπρος στο Έθνος τη ζωή τους είναι τέκνα του λαού. Λαό λέγω όποιον ζει από τον κόπο του —πραματευτή, καραβοκύρη, τεχνίτη, ξωμάχο, μεροκαματιάρη— κι όποιον δεν έχει βάρος στην ψυχή του από πείνα, από δυστυχία κι απ’ αρρώστια των αδερφών του. Ο λαός στενάζει κάτω από την κοινωνική αδικία και την τυραννία της φατρίας, που παντοτεινεύουνε την τυραννία του Τούρκου, έναν αιώνα αφόντας οι Έλληνες ειπωθήκανε λευτερωμένοι. Ο λαός πεινά για λευτεριά και δικαιοσύνη, κι όταν τις χορτάσει η ψυχή του, τότε μονάχα θα δείξει ποια είναι η δύναμή του. Η καινούρια πολιτεία πρέπει να του τις προσφέρει δίχως χασομέρι, για να βάλει τη δύναμή του στην υπηρεσία ψηλότερου σκοπού.

Ο σκοπός μας δεν είναι μονάχα ν’ αναμορφώσουμε την Πολιτεία. Ο τελικός σκοπός μας είναι να κάμουμε κείνην την Ελλάδα που οι πατεράδες μας ονειρευτήκαν μέσα στη νύχτα της σκλαβιάς. Η μνήμη του Έλληνα πρέπει ν’ αλαφρώσει από την ντροπή του Ενενηνταεφτά και να γεμίσει μ’ ένα καινούριο Εικοσιένα! Η αναμόρφωση της Πολιτείας είναι το πρώτο που ’χομε να κάμουμε. Ο συναγερμός του λαού είναι το δεύτερο. Άμα ο λαός πιστέψει στον εαυτό του κι οδηγηθεί από άξιο κυβερνήτη, τότε θα δει να ζωντανεύουν τα πιο απότολμα όνειρά του. Κι αυτό, όχι από τη σπλαχνοσύνη των Κραταιών της Γης, παρά από τη δική του δύναμη… […]

— Και τώρα, ξακολούθησε ο Βενιζέλος, με ραγισμένη φωνή τούτη τη φορά, δώσετέ μου την ευκή σας και πέστε μου καλή δύναμη εκεί που μ’ έριξε η Μοίρα μου!

— Στην ευκή του Θεού και τη δική μας! Ο Θεός να σου δίνει δύναμη!, του ευκηθήκαν οι συντρόφοι του, σκουπίζοντας τα μάτια τους.

Ο Βενιζέλος σηκώθηκε απ’ το τραπέζι, έριξε μια γοργή ματιά κι αποχαιρέτησε τον τόπο, και πήρε το δρομάκο που ’βγανε όξω απ’ το περβόλι. Ο λαός, που ’χε τρέξει μελίσσι να τόνε δει ύστερη φορά, του άνοιγε πέρασμα ανάμεσα στα δέντρα και τόνε φήμιζε σειώντας τα μαντίλια. Αυτός χαιρετούσε δεξά ζερβά, με το χαμόγελο στα χείλη, και το γοργό του πάτημα έκανε να τρίζει το λιανοχάλικο κάτω από τα πόδια του. Οι παλιοί του συντρόφοι, οι συνανάθροφοι κι οι φίλοι του είχανε τον πόθο να του ανοίξουν τις αγκάλες τους για να του πουν το κατευόδιο.

*Απόσπασμα από την «Πολιτεία», το τρίτο βιβλίο της μυθιστορηματικής τριλογίας του Παντελή Πρεβελάκη «Ο Κρητικός» («Το δέντρο», «Η πρώτη λευτεριά» και «Η Πολιτεία», τα τρία μέρη αυτής), στο οποίο εξιστορούνται τα ιστορικά γεγονότα της Κρητικής Πολιτείας και οι αγώνες του Ελευθερίου Βενιζέλου και των Κρητικών για την απελευθέρωση της μεγαλονήσου.

Ο Παντελής Πρεβελάκης, δευτερότοκος γιος του Γεωργίου Πρεβελάκη και της Ειρήνης Φραγκιαδάκη, γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στις 3 Μαρτίου (18 Φεβρουαρίου σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο) 1909.

Διήγαγε το σχολικό βίο στη γενέτειρά του και ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1926.

Στην Αθήνα γνωρίστηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη, με τον οποίο συνδέθηκε με μακρόχρονη φιλία.

Δύο χρόνια μετά την έναρξη των σπουδών του πήρε μετεγγραφή στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ το 1930 μετέβη στο Παρίσι, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του.

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα αναγορεύτηκε διδάκτορας Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και διορίστηκε έκτακτος καθηγητής στην έδρα της Ιστορίας Τέχνης, χωρίς ποτέ να μονιμοποιηθεί λόγω του πολιτικού προσανατολισμού του υπέρ του Βενιζέλου.

Το 1937 διορίστηκε στη Διεύθυνση Καλών Τεχνών του υπουργείου Παιδείας και το 1939 ανέλαβε καθηγητικά καθήκοντα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, ενώ από το 1938 δίδασκε στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Μετά τον πόλεμο ο Πρεβελάκης επέστρεψε στα πανεπιστημιακά του καθήκοντα και ταξίδεψε σε πολλές χώρες.

Επί χούντας αρνήθηκε να διοριστεί στη μέση εκπαίδευση και να τιμηθεί από το απριλιανό καθεστώς.

Επί Μεταπολίτευσης τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, το 1977, και αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας των Φιλοσοφικών Σχολών των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης.

Ο Πρεβελάκης, άνθρωπος βαθιά καλλιεργημένος, πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο των γραμμάτων το 1928 με το μονόπρακτο θεατρικό έργο «Ο μίμος» και το μακροσκελές ποίημα «Στρατιώτες», εμπνευσμένο από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Το έργο με το οποίο καθιερώθηκε ο Πρεβελάκης στο χώρο της πεζογραφίας ήταν «Το χρονικό μιας πολιτείας», που εκδόθηκε το 1938.

Στο ποιητικό και πεζογραφικό έργο του Πρεβελάκη, ο οποίος ανήκει στη Γενιά του ’30, κυριαρχεί η εμπλοκή ιστορικής και λογοτεχνικής πραγματικότητας, η εμμονή σε μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου.

Ο Παντελής Πρεβελάκης απεβίωσε στην Εκάλη στις 15 Μαρτίου 1986.

Πρόσθετες πληροφορίες για την προσωπικότητα και το έργο τού βαθιά καλλιεργημένου αυτού Κρητικού αντλούμε από το διαδικτυακό τόπο greek-language.gr:

Ο Πρεβελάκης πρωτοεμφανίζεται στα γράμματα ως ποιητής. Σε ηλικία δεκαεννιά μόλις ετών εκδίδει το επύλλιο (= σύντομο επικό ποίημα) Στρατιώτες [1928], εμπνευσμένο από τη μικρασιατική καταστροφή. […]

Με το πρώτο του ποιητικό έργο ο Πρεβελάκης θέλησε μεταξύ των άλλων να δώσει τα δεινά και την οδύνη του πολέμου.

Εκείνο, όμως, που θα πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί είναι ότι ο Πρεβελάκης, ήδη από το νεανικό του πρωτόλειο, διαπλέκει τη συγγραφική πράξη με τα ιστορικά γεγονότα. Το στοιχείο αυτό της διαπλοκής του ποιητικού/λογοτεχνικού μύθου με τα δρώμενα της ιστορίας θα αποβεί πρωταρχικό στο μετέπειτα πεζογραφικό του έργο και ιδιαίτερα στη μυθιστορηματική του τριλογία Ο Κρητικός. […]

[…] το 1937, κάτω και από το βάρος της γενικότερης κρίσης και των καταθλιπτικών συνθηκών που δημιούργησε η μεταξική δικτατορία, συντελείται η συγγραφική μεταστροφή του Πρεβελάκη προς την πεζογραφία. Τη χρονιά αυτή αρχίζει να γράφει το Χρονικό μιας πολιτείας, που θα δημοσιευθεί το επόμενο έτος. Το Χρονικό είναι πεζογραφική αφετηρία του Πρεβελάκη που θα διαγράψει μια μείζονα τροχιά και σε διάστημα 36 ετών (1938-1974) θα αποδώσει έντεκα συνολικά πεζογραφήματα. Βέβαια, ο Πρεβελάκης δε θα εγκαταλείψει την ποίηση, στην οποία, ύστερα από τρεις ενδιάμεσες εκδόσεις (Η γυμνή ποίηση, 1939, Η πιο γυμνή ποίηση, 1941, Τα ποιήματα, 1969), θα επανέλθει υπερώριμος πια το 1973 με τη μεγαλόπνοη σύνθεσή του Ο νέος Ερωτόκριτος. Ούτε, βέβαια θα εγκαταλείψει ποτέ το θέατρο ή και τις καθαρά επιστημονικές του μελέτες και τα δοκιμιακά του έργα. Όμως η συγκεκριμένη συγγραφική ταυτότητα του Πρεβελάκη θα κατακυρωθεί κυρίως και κατεξοχήν μέσα από το καθαρά αφηγηματικό/μυθιστορηματικό του έργο.

Νικήτας Παρίσης, «Παντελής Πρεβελάκης. Παρουσίαση-ανθολόγηση». Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), τ. Ζ΄, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1996, 345-347.

Ο Πρεβελάκης είναι ο κατεξοχήν κρητοκεντρικός συγγραφέας. Τον συγκινούν ιδιαίτερα οι απελευθερωτικοί και ενωτικοί αγώνες της Κρήτης, και μάλιστα κατά την τελευταία περίοδο της τουρκοκρατίας, από τη μεγάλη κρητική επανάσταση του 1866 έως την Αυτονομία και την Ένωση. Για την Κρήτη της πλούσιας και αιματηρής ιστορίας αισθάνεται δέος και θαυμασμό. Ο τόπος τού υποβάλλει ένα αίσθημα ιερότητας, και τον θεωρεί άξιο θρησκευτικής λατρείας. Στην αγωνιστική παράδοση της πατρίδας του βρίσκει τα τρία θεμελιώδη συστατικά της πνευματικής του πληρότητας: τον ασίγαστο πόθο της ελευθερίας, τη μεγαλειώδη έκφραση του ηρωικού στοιχείου της ζωής και το υψηλό ήθος. Η κρητολατρεία τού υποβάλλει το χρέος να γίνει ο εθνικός συγγραφέας της ιδιαίτερης πατρίδας του, να ζωντανέψει με τη δύναμη της ψυχής και του λόγου του την ιστορία των νεκρών προγόνων του, καθώς, όπως χαρακτηριστικά είπε, «την ιστορία τη διδάσκουν οι νεκροί». Θέλει η φωνή του να είναι η γνήσια και η αυθεντική φωνή της Κρήτης. «Με το στόμα μου μιλάει ένας λαός, δεν είμαι παρά ο “προεξάρχων” του χορού».

Τα λεγόμενα «κρητικά» έργα του Πρεβελάκη (το Χρονικό μιας Πολιτείας, η Παντέρμη Κρήτη και η τριλογία του Κρητικού) εξελίσσονται κατ’ αναβαθμούς, από την τρυφερότητα της παιδικής αγάπης, στην ωριμότητα της ανδρικής δράσης και έπειτα στη μυθοποιία. Στο πρώτο έδωσε μια ζωγραφιά, μια «στόρηση» της γενέτειρας πόλης, που την εξιδανικεύει και την υψώνει σε πόλη-αρχέτυπο. Εδώ τον οδηγούν η αγάπη, το συναίσθημα, οι παιδικές του μνήμες. Στην Παντέρμη Κρήτη αναλαμβάνει να εκφράσει ένα μέγα ιστορικό γεγονός, ένα έργο ηρώων, οι απόηχοι του οποίου χρωμάτισαν τα βιώματα και τις μνήμες της παιδικής του ηλικίας. […]

Στην τριλογία του Κρητικού εκφράζεται ο μύθος της Κρήτης. Εδώ ο Πρεβελάκης προχωρεί συνειδητά στη σύνθεση ενός εκτενούς ιστορικού μυθιστορήματος, συνεκτικός ιστός του οποίου είναι πάλι η ιστορία της Κρήτης από το 1867-1910.

Θεοχάρης Δετοράκης, «Παντέρμη Κρήτη: Λογοτεχνία ή Ιστορία». Μνήμη Παντελή Πρεβελάκη και Νίκου Καζαντζάκη, Πεπραγμένα των Ημερίδων της 22 Μαρτίου 1996 και της 28 Νοεμβρίου 1997, επιμ. Ν.Ε. Παπαδογιαννάκης, Iστορική και Λαογραφική Eταιρεία Pεθύμνου, Ρέθυμνο 2000, 12-14.

Σύμφωνα με την ημερομηνία που σημειώνει ο Πρεβελάκης στο τέλος του κειμένου, ο πρώτος τόμος του Κρητικού, Το δέντρο, γράφεται από τα τέλη Αυγούστου 1942 έως τον Σεπτέμβριο (Τρυγητή) του 1945. Ο ηρωικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος λοιπόν συντονίζεται με το ηρωικό και αντιστασιακό πνεύμα που αρχίζει να αναπτύσσεται από τα μέσα της Κατοχής και πέρα. Ο Πρεβελάκης, όπως και άλλοι της γενιάς του την ίδια εποχή, αποφασίζει να ασχοληθεί με τους λαϊκούς αγώνες, με τα έπη των συμπατριωτών του, εγκαταλείποντας τις προηγούμενες καλλιτεχνικές ενασχολήσεις του, που αφορούσαν είτε το άτομο (Ο θάνατος του Μεδίκου, 1939), είτε μια συλλογική οντότητα μεν, μια πολιτεία, στην καθημερινότητά της όμως και στην ειρηνική πολυπολιτισμική —όπως θα λέγαμε σήμερα— λειτουργία της: το έργο αυτό είναι βέβαια το περίφημο Χρονικό μιας πολιτείας, που περιγράφει, στα 1938, την ειρηνική συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων πάνω στο νησί της Κρήτης.

Ο πόλεμος, η γερμανική κατοχή και κυρίως η αρχόμενη αντίσταση μεταβάλλουν το πνεύμα του συγγραφέα, και η αλλοτινή φιλία των εθνοτήτων μετατρέπεται σε αγεφύρωτη έχθρα. Αυτή την έχθρα περιγράφουν οι δύο από τους τρεις τόμους του Κρητικού, καθώς και η Παντέρμη Κρήτη, που γράφεται παράλληλα με τον πρώτο τόμο και αποτελεί «χρονικό» της επανάστασης του 1866, χωρίς μυθιστορηματικά στοιχεία, πέρα από την καλλιέργεια ενός λόγου λαϊκότροπου. Ο δεύτερος τόμος του Κρητικού, Η πρώτη λευτεριά, γράφεται από τον Δεκέμβριο του 1945 έως τον Σεπτέμβριο του 1947 και αφορά την τελευταία επανάσταση, με την οποία η Κρήτη απέκτησε την αυτονομία της και τον πρίγκιπα Γεώργιο ως Ύπατο Αρμοστή στα χώματά της. Ο τρίτος τόμος, η Πολιτεία, συντάσσεται από το καλοκαίρι του 1949 ως το καλοκαίρι του 1950 και επεκτείνει την εξιστόρηση, με τα προβλήματα των πρώτων χρόνων της Αυτονομίας και με την «αδερφαμάχη» που ξέσπασε ανάμεσα στους Κρητικούς, με πρωταγωνιστές τον πρίγκιπα Γεώργιο και τον Βενιζέλο.

Η συγγραφή της τριλογίας ξεκινά λοιπόν μέσα στην Κατοχή, συνεχίζεται στην Απελευθέρωση, περνάει τα Δεκεμβριανά, βαίνει παράλληλα με τον εμφύλιο και καταλήγει κατά τον ύστερο χρόνο της εμφύλιας σύγκρουσης. Τα γεγονότα της ταραγμένης δεκαετίας αποτελούν έναυσμα για τη συγγραφή.

Αγγέλα Καστρινάκη, «Π. Πρεβελάκη, Ο Κρητικός: η εποχή της ιστορίας και η εποχή της συγγραφής». Πρακτικά του Συμποσίου 90 χρόνια από την Ένωση της Κρήτης με την ελεύθερη Ελλάδα, Iστορική και Λαογραφική Eταιρεία Pεθύμνου & Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», Ρέθυμνο 2007, 223-224.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο