Η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ ανέβαλε για ένα έτος τις επερχόμενες εκλογές, προβάλλοντας ως δικαιολογία την έξαρση κρουσμάτων κοροναϊού στην περιοχή. Το γεγονός πυροδότησε αμέσως καταγγελίες ότι η πανδημία χρησιμοποιείται ως πρόφαση για την καταπάτηση της δημοκρατίας.

Η ηγέτιδα της πόλης, Κάρι Λαμ, ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι ενεργοποίησε τις ρυθμίσεις έκτακτης ανάγκης που είχαν οριστεί επί αποικιοκρατίας για να αναβάλει τις εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου για τις 5 Σεπτεμβρίου 2021, λέγοντας ότι ήταν «η πιο δύσκολη απόφαση που έχω πάρει τους τελευταίους επτά μήνες», έχοντας όμως την πλήρη υποστήριξη της κεντρικής κυβέρνησης της Κίνας.

«Δύσκολη απόφαση»

Το Χονγκ Κονγκ βιώνει τη χειρότερη μέχρι στιγμής έξαρση της πανδημίας, με περισσότερα από 100 νέα κρούσματα κάθε ημέρα – κυρίως προκύπτουν από μετάδοση εντός της κοινότητας – και τους θαλάμους κοροναϊού των νοσοκομείων να βρίσκονται σε πληρότητα 80%. Η Λαμ, επικεφαλής του Χονγκ Κονγκ, ανέφερε ότι μέρος της αντίδρασης της κυβέρνησης στον κοροναϊό ήταν «η προθυμία να λάβουμε σκληρές αποφάσεις».

«Οι εκλογές λαμβάνουν χώρα κάθε τέσσερα χρόνια και η απόφαση της αναβολής τους ήταν πραγματικά δύσκολη. Όμως θέλουμε να εξασφαλίσουμε τη δημόσια ασφάλεια και υγεία και να βεβαιωθούμε ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν με ανοιχτό, δίκαιο και αμερόληπτο τρόπο», δήλωσε η Λαμ για την ψήφο του νομοθετικού συμβουλίου.

Πώς αιτιολογεί την αναβολή η Λαμ

Αν και ο ιός έχει παραμείνει σε γενικές γραμμές υπό έλεγχο από την πρώτη εμφάνισή του στην πόλη τον Ιανουάριο, η κυβέρνηση έχει δεχθεί επικρίσεις για διάφορες πτυχές της αντίδρασής της σε αυτόν, και ιδιαιτέρως στο λεγόμενο «τρίτο κύμα». Ωστόσο, η έξαρση φαίνεται να υποχωρεί και, στην ερώτηση για τους λόγους αναβολής των εκλογών, η Λαμ μίλησε για την αύξηση των κρουσμάτων στον υπόλοιπο πλανήτη.

Η Λαμ ανέφερε ότι η ίδια και οι συνάδελφοί της ζήτησαν τη γνώμη του ΠΟΥ σε σχέση με την απόφασή τους, και παρουσίασε μια λίστα από εκτεταμένες στατιστικές για τους κινδύνους της συγκέντρωσης εκατομμυρίων ψηφοφόρων και εκλογικών αντιπροσώπων σε μία ημέρα. Επιπλέον, τόνισε ότι μεγάλος αριθμός κατοίκων αδυνατεί να επιστρέψει στο Χονγκ Κονγκ εξαιτίας των κλειστών συνόρων και υποστήριξε ότι το Χονγκ Κονγκ δεν διαθέτει τα απαραίτητα για την διεξαγωγή των εκλογών μέσω ηλεκτρονικής ή επιστολικής ψήφου.

Επιπλέον, η Λαμ απέρριψε τις συγκρίσεις με άλλες χώρες που έχουν διεξάγει εκλογές εν μέσω πανδημίας. Όπως είπε, μόλις 49 χώρες ή διοικητικές περιοχές έχουν επιλέξει να πραγματοποιήσουν εκλογές σε αυτό το διάστημα, ενώ 68 αναγκάστηκαν να τις αναβάλουν, φέρνοντας ως παράδειγμα τις αυτοδιοικητικές εκλογές της Αυστραλίας.

«Επομένως μπορεί κανείς να πει ότι περισσότερες χώρες και περιοχές αναβάλλουν τις εκλογές παρά τις πραγματοποιούν σύμφωνα με το πρόγραμμα».

«Επίθεση σε θεμελιώδεις ελευθερίες»

Όταν τα σχέδια της κυβέρνησης για αναβολή των εκλογών διέρρευσαν στην αρχή της εβδομάδας, εν μέσω του αυξανόμενου ελέγχου του Πεκίνου στην ημιαυτόνομη περιοχή, και μια μέρα αφού οι 12 υποψήφιοι-υπερασπιστές της δημοκρατίας είδαν τις υποψηφιότητές τους να απορρίπτονται, η κίνηση χαρακτηρίστηκε αμέσως «επίθεση σε θεμελιώδεις ελευθερίες»

Σε έναν όλο και πιο αμυντικό τόνο, η Λαμ δήλωσε σε συνέντευξη τύπου ότι «σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει πολιτική πτυχή» στην απόφαση, η οποία «δεν έχει καμία σχέση με το πιθανό αποτέλεσμα των εκλογών», αναφερόμενη στις υποψίες ότι τα κόμματα υπέρ της δημοκρατίας θα κέρδιζαν την πλειοψηφία των ψήφων.

Συμφωνώντας ότι θα ήταν αντισυνταγματικό η πόλη να συνεχίσει να διοικείται από το ίδιο νομοθετικό συμβούλιο μετά τη λήξη της τετραετούς θητεία του, η Λαμ τόνισε ότι προσέγγισε το Πεκίνο για βοήθεια και ότι το Εθνικό Λαϊκό Συνέδριο θα προχωρούσε σε νομική ανακοίνωση για να λύσει το πρόβλημα.

Σε ανακοίνωσή της, η κεντρική κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι η τρέχουσα επιτροπή θα αποφάσιζε και για τη μοίρα των εκλεγμένων νομοθετών που τάσσονται υπέρ της δημοκρατίας, και η υποψηφιότητα των οποίων είχε απορριφθεί για τις προγραμματισμένες εκλογές. Η Λαμ ανέφερε ότι πιστεύει πως θα συνεχίσουν κανονικά τη θητεία τους.

Η αναβολή προκάλεσε την οργή της αντιπολίτευσης και των ομάδων υπέρ της δημοκρατίας.

«Η αναβολή των εκλογών του Σεπτεμβρίου είναι μια κυνική κίνηση για τον περιορισμό μιας πολιτικής και όχι μιας υγειονομικής κρίσης», δήλωσε η Σόφι Ρίτσαρντσον του οργανισμού Παρατηρητήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων.

«Αυτό απλώς επιτρέπει στην Κάρι Λαμ να αρνηθεί στους πολίτες του Χονγκ Κονγκ το δικαίωμα να εκλέξουν την κυβέρνησή τους. Χωρίς να κάνει καμία προσπάθεια ανεύρεσης εναλλακτικών μεθόδων ψηφοφορίας ή να εξασφαλίσει ότι όλα τα δικαιώματα ψήφου θα προστατευτούν, η Λαμ και οι υποστηρικτές της από το Πεκίνο απλώς καμουφλάρουν την καταπίεση υπό τον μανδύα της δημόσιας υγείας».

Την Παρασκευή το απόγευμα, μια ένωση νομοθετών υπέρ της δημοκρατίας, κατήγγειλε ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την πανδημία για να καθυστερήσει μια εκλογική διαδικασία που ήταν εμφανές ότι θα χάσει. Η ομάδα υποστήριξε ότι εκπροσωπεί το 60% του πληθυσμού και «αντιτίθεται συλλογικά και κάθετα σε μια αναβολή».

«Υποχρέωση της κυβέρνησης η διασφάλιση των εκλογών»

«Τονίζουμε ότι η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να ορίσει τα μέτρα κατά της πανδημίας με όλες τις δυνάμεις της, προκειμένου οι εκλογές του Σεπτεμβρίου να μπορούν να διεξαχθούν σύμφωνα με το πρόγραμμα. Διαφορετικά, η απόφαση ισοδυναμεί με την αποσάθρωση της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ».

Στην αρχή της εβδομάδας, το Παρατηρητήριο του Χονγκ Κονγκ, μια ομάδα υπέρ της δημοκρατίας, δημοσίευσε συγκριτικά στοιχεία της έξαρσης στο Χονγκ Κονγκ σε σχέση με άλλες χώρες που πραγματοποίησαν εκλογές εν μέσω πανδημίας.

Το Χονγκ Κονγκ καταγράφει περίπου 100 με 150 κρούσματα την ημέρα, έχοντας καταγράψει συνολικά 2.779. Η Σιγκαπούρη κατέγραψε 451 νέα κρούσματα την ημέρα των εκλογών στις αρχές του μήνα, με το σύνολο να αγγίζει τα 38.965.

«Αν η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ αποφασίσει να αναβάλει τις εκλογές για ένα χρόνο, αυτό δεν είναι μόνο αχρείαστο αλλά και μια επίθεση στις θεμελιώδεις ελευθερίες», υπογράμμισε ο Τζόνι Πάτερσον, διευθυντής του Παρατηρητηρίου του Χονγκ Κονγκ.

«Άλλες κυβερνήσεις έχουν δείξει ότι δεν χρειάζεται να αναβάλουμε επί ένα χρόνο τις εκλογές για να προστατευτούμε από το δημόσιο κίνδυνο. Αυτή η απόφαση καθοδηγείται από το φόβο για μια πλειοψηφία των νομοθετών υπέρ της δημοκρατίας και από το φόβο ότι οι προσπάθειες απόρριψης αυτών των υποψηφιοτήτων μέσω του νόμου εθνικής ασφάλειας θα έχει ως αποτέλεσμα περαιτέρω κυρώσεις από τη διεθνή κοινότητα».

Πηγή: www.theguardian.com

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο