Ειδικά για τη χώρα μας, τα δεδομένα δείχνουν ότι τουλάχιστον 6 στους 10 Έλληνες έχουν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D.

Μια βασική αιτία για αυτό φαίνεται πως είναι ότι οι Έλληνες υπερεκτιμούν τη μεγάλη ηλιοφάνεια στην πατρίδα μας, θεωρώντας ότι η έκθεση στον ήλιο καλύπτει τις ανάγκες του οργανισμού σε βιταμίνη D.

Ωστόσο, και παρά τη σημαντική συμβολή της, είναι ξεκάθαρο πως ακόμα και έκθεση στον ήλιο για τουλάχιστον 20-30 λεπτά την ημέρα δεν εξασφαλίζει επάρκεια αν δεν συνδυάζεται με διατροφή πλούσια σε βιταμίνη D ή με πρόσληψη βιταμίνης D, αν χρειάζεται, σύμφωνα με ιατρικές οδηγίες.

Ο ρόλος της στην εγκυμοσύνη

Σημαντικός είναι ο ρόλος της βιταμίνης D και στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς η υποβιταμίνωση D στην έγκυο σχετίζεται με επιπλοκές της κύησης, όπως διαβήτης της κύησης, προεκλαμψία, πρόωρος τοκετός, επιπλοκές του τοκετού, καισαρικές, αλλά και με προβλήματα στο παιδί, όπως χαμηλό βάρος γέννησης, σκελετικά και γνωστικά προβλήματα, αυξημένος κίνδυνος αυτοανοσίας και αλλεργίας.

Γι’ αυτό και είναι σημαντικό οι έγκυες να καλύπτονται επαρκώς με βιταμίνη D.

Οι σωστές δόσεις

Σύμφωνα με τις οδηγίες της Αμερικανικής Εταιρείας Ενδοκρινολογίας, η δοσολογία που συστήνεται είναι:

για μωρά μικρότερα του ενός έτους 400 μονάδες (IU) / ημέρα,

για παιδιά και εφήβους 1.000 μονάδες (IU) / ημέρα,

για εγκύους καλό είναι τα επίπεδα D να είναι ελεγμένα,

για ενηλίκους 2.000-4.000 μονάδες (IU) / ημέρα.

Η σχέση της βιταμίνης D και του COVID-19

Αναφορικά με τη νόσο COVID-19, πρόσφατες μελέτες έδειξαν ισχυρή συσχέτιση της βαρύτητας και θνησιμότητας της νόσου με την ανεπάρκεια της βιταμίνης D.
Σε κάθε περίπτωση, είναι γνωστό ότι η εν λόγω βιταμίνη αυξάνει την προστατευτική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και την αντίσταση των πνευμόνων σε ιογενείς λοιμώξεις, όπως η γρίπη.

Σύμφωνα με μακροχρόνιες μελέτες στην Ιρλανδία, η επάρκεια της βιταμίνης D στις αρχές του χειμώνα προστατεύει τους ενηλίκους και τους υπερηλίκους από πνευμονίες του χειμώνα.

Σημειωτέον, οι περισσότερες λοιμώξεις συμβαίνουν τη χειμερινή περίοδο, όταν τα επίπεδα της βιταμίνης D είναι πιο χαμηλά, γι’ αυτό και συνιστάται η πρόσληψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D, εφόσον υπάρχει έλλειψη, όλες τις εποχές του έτους.

Έχουμε όλοι τις ίδιες ελλείψεις σε βιταμίνη D;

Μια εύλογη ερώτηση που θα μπορούσε κανείς να θέσει είναι: «Κινδυνεύουν όλοι το ίδιο;». Η απάντηση είναι πως όχι, αλλά υπάρχουν κάποιες ομάδες υψηλού κινδύνου που κινδυνεύουν περισσότερο. Αυτές είναι:

-Βρέφη που τρέφονται με αποκλειστικό θηλασμό και δεν λαμβάνουν συμπλήρωμα βιταμίνης D, ιδιαίτερα εάν έχουν σκούρο δέρμα ή εκτίθενται ελάχιστα στον ήλιο. Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής συνιστά όλα τα βρέφη που θηλάζουν αποκλειστικά ή μερικώς να λαμβάνουν συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D.

-Άτομα με μαύρο/σκούρο δέρμα: Τα άτομα με μαύρο ή σκουρόχρωμο δέρμα συνθέτουν λιγότερη βιταμίνη D κατά την έκθεσή τους στον ήλιο συγκριτικά με εκείνους που έχουν ανοιχτόχρωμες επιδερμίδες, καθώς τα υψηλά ποσοστά μελανίνης που υπάρχουν στο δέρμα τους εμποδίζουν την αποτελεσματική σύνθεση βιταμίνης D κατά την ηλιακή έκθεση.

-Άτομα τρίτης ηλικίας:

Οι ηλικιωμένοι χαρακτηρίζονται από μειωμένη ικανότητα σύνθεσης και απορρόφησης βιταμίνης D από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Επίσης, είναι πιθανότερο να παραμένουν σε εσωτερικούς χώρους χωρίς να εκτίθενται στον ήλιο, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι που νοσηλεύονται σε ιδρύματα.

-Άτομα με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου:

Άτομα που πάσχουν από φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, όπως η νόσος Crohn, έχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ανεπάρκειας βιταμίνης D λόγω δυσαπορρόφησης.

-Χορτοφάγοι:

Οι χορτοφάγοι συχνά ακολουθούν ακραία διαιτητικά σχήματα και απέχουν από την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων και άλλων ζωικής προέλευσης τροφίμων που είναι πλούσιες πηγές βιταμίνης D.

-Άτομα που κάνουν έντονη χρήση αντηλιακού:

Η χρήση αντηλιακού μπορεί να μειώσει αρκετά την παραγωγή της βιταμίνης D στο δέρμα. Ωστόσο η χρήση αντηλιακών είναι απαραίτητη για την προστασία του δέρματος από τον καρκίνο και η λύση είναι η λήψη τροφών με βιταμίνη D ή η λήψη της βιταμίνης από το στόμα.

Είναι σημαντικό λοιπόν να γνωρίζουμε αν έχουμε ανεπάρκεια βιταμίνης D, καθώς και την ανάγκη για συμπληρωματική χορήγησή της. Τα επίπεδα βιταμίνης D μπορούν να μετρηθούν με αιματολογική εξέταση.

Ευχαριστούμε για τη συνεργασία τον κ. Γεώργιο Χρούσο, ομότιμο καθηγητή Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, ΕΚΠΑ.

Γράψτε το σχόλιο σας