Μια σημαντική αλλαγή για το σύστημα το οποίο θα αντικαταστήσει τη «13η σύνταξη» περιλαμβάνει το νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο.

Η 13η σύνταξη θα αποτελέσει παρελθόν σε λίγες μέρες όταν ψηφιστεί το νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο.

Στη θέση της θεσμοθετείται ένας μηχανισμός στήριξης μέσω του οποίου θα καταβάλλεται κάθε χρόνο μια σταθερή παροχή στους συνταξιούχους.

Ευρωπαίος αξιωματούχος σε δηλώσεις του σε δημοσιογράφους στις Βρυξέλλες ερωτηθείς για τη 13η σύνταξη απάντησε πως είναι ένα θέμα που θα πρέπει να απασχολεί την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση.

Η «13η σύνταξη»

Το τελικό κείμενο του άρθρου 47 αναφέρει πως από 1/1/2020 η παροχή που δόθηκε τον περασμένο Μάιο εν είδει 13ης σύνταξης αντικαθίσταται από «μια συμπληρωματική χρηματοδότηση του κοινωνικού προυπολογισμού» ύψους 0,5% του ΑΕΠ (περίπου ένα δισ. ευρώ ) ώστε να καλύπτεται :

– κατά πρώτον, η δαπάνη που δημιουργείται ετησίως από την εφαρμογή των πρόσφατων αποφάσεων του ΣτΕ, δηλαδή από τις αυξήσεις των επικουρικών λόγω της κατάργησης των μειώσεων του 2016 και τις αυξήσεις των παλαιών και νέων κύριων συντάξεων με βάση τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης και

– κατά δεύτερον, δαπάνες «πολιτικών κοινωνικής ασφάλισης, πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης και υγείας».

Άλλωστε ο μόνιμος μηχανισμός στήριξης, αντί της «13ης σύνταξης», είχε προαναγγελθεί από τον υπουργό Εργασίας Γιάννη Βρούτση τον περασμένο Δεκέμβριο.

Ο κ. Βρούτσης είχε επισημάνει ότι το ασφαλιστικό σύστημα θα ενισχύεται κάθε χρόνο με 0,5% του ΑΕΠ και πως θα λειτουργήσει ένας μόνιμος μηχανισμός στήριξης που θα εστιάζει στους χαμηλοσυνταξιούχους. Αυτό το 0,5% υπολογίζεται κοντά στο 1 δισ.  ευρώ.

Πρόθεση της κυβέρνησης είναι να υπάρξει ένας μηχανισμός με δικλείδες ασφαλείας, ώστε να ελέγχεται η αξιοπιστία των στοιχείων που θα προσκομίζουν οι συνταξιούχοι. Για παράδειγμα, θα πρέπει να εξετάζεται το οικογενειακό φορολογητέο εισόδημα των συνταξιούχων που υποβάλουν κοινή δήλωση, αλλά εκδίδεται ξεχωριστό εκκαθαριστικό για τον καθένα εκ των δύο.

Υπενθυμίζεται πως η «13η σύνταξη» που καταργείται δινόταν ποσοστιαία ανάλογα με το ποσό της ακαθάριστης μηνιαίας κύριας σύνταξης ως εξής:

α) Για ποσό έως και 500,00 ευρώ, σε ποσοστό 100%

β) Για ποσό από 500,01 έως και 600,00 ευρώ, σε ποσοστό 70%

γ) Για ποσό από 600,01 έως και 1.000,00 ευρώ, σε ποσοστό 50%

δ) Για ποσό από 1.000,01 ευρώ και άνω, σε ποσοστό 30%

Ο μόνιμος μηχανισμός

Για τον μόνιμο μηχανισμό αναφέρεται πως από 1/1/2020 στον ετήσιο κοινωνικό προϋπολογισμό εγγράφεται δαπάνη ύψους 0,5% του ΑΕΠ, από την οποία καλύπτεται κατά πρώτον η δαπάνη που δημιουργείται ετησίως σε εφαρμογή των με αριθ. 1890/2019 και 1891/2019 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και κατά δεύτερον η δαπάνη εφάπαξ παροχής, η οποία καταβάλλεται το Δεκέμβριο εκάστου έτους σε δικαιούχους σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, σε δικαιούχους προσυνταξιοδοτικής παροχής, επιδομάτων σύνταξης με αιτία την αναπηρία και ανασφάλιστους υπερήλικες των άρθρων 1 έως 3 του ν. 1296/1982 (Α’ 128), της περίπτωσης 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.6 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α’ 222) και του άρθρου 93 του ν. 4387/2016 (Α’ 85). Η δαπάνη της εφάπαξ παροχής χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Για το έτος 2020 η δαπάνη της παραγράφου 1 καλύπτεται από τις ήδη εγγεγραμμένες πιστώσεις του κοινωνικού προϋπολογισμού.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Οικονομικών λαμβάνοντας υπόψη τις αναλογιστικές προβολές, τα στοιχεία εκτέλεσης του κοινωνικού προϋπολογισμού και τους ετήσιους δημοσιονομικούς στόχους, καθορίζεται ετησίως το ποσόν που διατίθεται για την εφάπαξ παροχή, προσδιορίζονται τα κριτήρια απονομής, ο φορέας και η διαδικασία καταβολής, το ύψος της εφάπαξ παροχής ανά κατηγορία δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

Η εφάπαξ παροχή είναι ακατάσχετη στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, δεν δεσμεύεται και δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη προς τη φορολογική διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, τα ασφαλιστικά ταμεία και τα πιστωτικά ιδρύματα και υπόκειται στις κατά νόμο προβλεπόμενες κρατήσεις.

Το επίμαχο άθρο αντικαθιστά το άρθρο 120 του N.4611/2019 που θεσμοθέτησε την λεγόμενη «13η σύνταξη».

Το προσχέδιο αναφέρει πως από 1/1/2020 στον ετήσιο κοινωνικό προϋπολογισμό εγγράφεται δαπάνη ύψους 0,5% του ΑΕΠ, από την οποία καλύπτεται κατά πρώτον η δαπάνη που δημιουργείται ετησίως σε εφαρμογή των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (σ.σ. για το νόμο Κατρούγκαλου) και κατά δεύτερον η δαπάνη εφάπαξ παροχής, η οποία καταβάλλεται τον Δεκέμβριο εκάστου έτους σε δικαιούχους σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, σε δικαιούχους προσυνταξιοδοτικής παροχής, επιδομάτων σύνταξης με αιτία την αναπηρία και ανασφάλιστους υπερήλικες των άρθρων 1 έως 3 του ν. 1296/1982 (Α’ 128), της περίπτωσης 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.6 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α’ 222) και του άρθρου 93 του ν. 4387/2016 (Α’ 85). Η δαπάνη της εφάπαξ παροχής χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Για το έτος 2020 η παραπάνω δαπάνη καλύπτεται από τις ήδη εγγεγραμμένες πιστώσεις του κοινωνικού προϋπολογισμού.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Οικονομικών λαμβάνοντας υπόψη τις αναλογιστικές προβολές, τα στοιχεία εκτέλεσης του κοινωνικού προϋπολογισμού και τους ετήσιους δημοσιονομικούς στόχους, καθορίζεται ετησίως το ποσόν που διατίθεται για την εφάπαξ παροχή, προσδιορίζονται τα κριτήρια απονομής, ο φορέας και η διαδικασία καταβολής, το ύψος της εφάπαξ παροχής ανά κατηγορία δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο