Ο Δημήτρης Καραντζάς σκηνοθετεί τις «Τρεις αδερφές» του Τσέχωφ και αν έχει παρακολουθήσει έστω και μια δουλειά του ξέρεις ότι το αποτέλεσμα θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Ο σκηνοθέτης που έχει ήδη αφήσει το δικό του στίγμα στο ελληνικό θέατρο έχει στην ομάδα του την αφρόκρεμα του ελληνικού θεάτρου.

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Αθηνά Μαξίμου και Μαρία Κεχαγιόγλου ενσαρκώνουν τις τρεις αδερφές και δίπλα τους οι εξαιρετικοί: Αιμίλιος Χειλάκης, Ορφέας Αυγουστίδης, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Συρμώ Κεκέ, Γιάννης Κλίνης, Αινείας Τσαμάτης, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Νίκος Μάνεσης, Υβόννη Μαλτέζου και Δημήτρης Πιατάς.

Ο Δημήτρης Καραντζάς μίλησε στο in.gr για το τοπίο μνήμης που έχει επιλέξει για να παρουσιάσει το αριστούργημα του Τσέχωφ.

 

Ποια είναι η δική σου ματιά πάνω στο έργο;

Το έργο ξεκινάει με τη φράση «σαν σήμερα» κι ύστερα ξετυλίγεται ένα ολόκληρο τοπίο μνήμης. Αυτή η φράση καθόρισε την όλη ανάγνωση. Οι τρεις αυτές εμβληματικές ηρωίδες σαν να έχουν παγώσει στο χρόνο, σαν να έχουν διατρέξει μια ολόκληρη εποχή και τις συναντάμε γερασμένες να προσπαθούν να ανασυνθέσουν την τελευταία έντονη και υποσχόμενη ελπίδα και ευτυχία στιγμή της ζωής τους. Στο έργο τα πρόσωπα ζουν εγκλωβισμένα στις μνήμες τους και ποτέ στο παρόν. Ίσως μόνο στην φαντασίωση ευτυχίας του μέλλοντος. Κι έτσι ξεκινάμε από ένα νεκρό και γερασμένο παρόν στο οποίο οι τρεις ηρωίδες έρχονται ξανά αντιμέτωπες με τις επιλογές τους και τις στιγμές  που τις καθόρισαν και τις εγκλώβισαν. Μόνη τους παρηγοριά να αναπαράγουν την ίδια ιστορία προσπαθώντας να καταλάβουν ακόμα γιατί ζουν.

Οι ήρωες επανέρχονται σε ένα τοπίο μνήμης μετανιωμένοι;

Δεν πιστεύω στο μετανιώνω. Πιστεύω στο έχω ανάγκη να ξαναδιαχειριστώ κάτι, μια στιγμή. Να την κρατήσω ξανά στα χέρια μου να την ξαναμετρήσω, ακόμα κι αν τελικά πάλι καταλήξω στο ίδιο αποτέλεσμα. Ξέρετε οι άνθρωποι συνήθως (κι αυτή είναι η τραγωδία τους) δεν μπορούν εύκολα να μετατοπιστούν ακόμα κι αν γνωρίζουν τι είναι αυτό που τους δεσμεύει και τους κρατάει στάσιμους.

Αντιλαμβάνονται τι είναι αυτό που τους οδήγησε στην οδύνη;

Το ότι δεν κατάφεραν ποτέ να ξεφύγουν από τη νόρμα τους, από το βολικό μικροσύστημα και τη συνήθεια τους. Βλέπουμε τους ήρωες του Τσέχωφ να έρχονται αντιμέτωποι με μια νέα τάξη πραγμάτων και να αδυνατούν πραγματικά να την αντιληφθούν, να τη διαχειριστούν, να πράξουν. Ένα βάλτωμα και μια αλαζονεία μιας γενιάς που έχει αποκρυσταλλώσει την θέση της για τη ζωή και ενώ μια νέα γενιά ανθρώπων βρίσκεται μπροστά της και τρέχει καλπάζοντας αδυνατούν να διαχειριστούν την αλλαγή. Και έτσι αφανίζονται. Αυτό συμβαίνει και τώρα σε κοινωνικό πολιτικό υπαρξιακό επίπεδο.

Ποια είναι η διαφορά του έργο από τον «Θείο Βάνια» και τον «Ιβάνοφ» που έχεις ήδη σκηνοθετήσει;

Είναι τόσες πολλές οι διαφορές, είναι τόσο άλλο υλικό και είμαι κι εγώ ένας άλλος από τότε -από την βοήθεια σκηνοθεσίας στην ουσία που παρείχα στον Έκτορα Λυγιζο που το σκηνοθέτησε- που δεν θα μας έφταναν μέρες να μιλήσουμε για τις διαφορές. Το υλικό του συγγραφέα είναι τόσο πυκνό, τόσο βαθύ, τόσο ανεξάντλητο, που αναλόγως τη στιγμή που τον πιάνεις στα χέρια σου, άλλη του έκφανση θα φωτίσεις.

Πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζεις εσύ τη σκηνοθεσία από το 2012 που παρουσίασες τον «Θείο Βάνια»;

Πολύ διαφορετικά και πολύ πιο ελεύθερα. Τότε φοβόμουν ότι αν κάτι συμβεί σκηνικά χωρίς να το έχω προτείνει ή ελέγξει εγώ θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου. Τώρα έχω άλλη εμπιστοσύνη στους ηθοποιούς και στους συντελεστές και χαίρομαι το ότι με τις προτάσεις τους μπορούν να με προχωρήσουν (αυτό ισχύει για το σταθερό πυρήνα συνεργατών μου και για κάποιες ευχάριστες εκπλήξεις που έζησα τα τελευταία χρόνια με νέους συνεργάτες).

Είναι απίθανο να σε ξαναδούμε να παίζεις;

Ποιος ξέρει;

Υπάρχουν σκηνοθέτες στην ηλικία σου που φοβούνται τα κλασικά έργα, εσύ αντίθετα φαίνεται ότι αναζητάς το καινούργιο σε τέτοια έργα. Ισχύει;

Εγώ νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί σκηνοθέτες που εκτιμώ (Μαρια Μαγκανάρη, Βασίλης Μπισμπίκης, Γεωργία Μαυραγάνη, Θάνος Παπακωνσταντίνου, Μαρία Πανουργιά, Νίκος Καραθάνος  κα) που αναμετριούνται διαρκώς με το κλασικό – είτε αυτό λέγεται τραγωδία είτε κλασικό ρεπερτόριο είτε κλασικά κείμενα μη θεατρικά. Είναι απολύτως φυσιολογικό γιατί εκεί το εύρος των πραγμάτων είναι τόσο ανεξάντλητο και βαθύ που δεν νομίζω στ αλήθεια να σταματήσουμε ποτέ.

Γράψτε το σχόλιο σας