Ήταν Οκτώβριος του2012 όταν η ελληνική αγορά συγκλονίστηκε από την είδηση ότι δύο από τις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες –και ό,τι πιο κοντινό είχαμε σε ελληνικές πολυεθνικές– ανακοίνωναν ότι μετέφεραν την έδρα τους εκτός Ελλάδος. Η ΦΑΓΕ και η Coca Cola 3e.

Πρώτη ανακοίνωσε την αποχώρησή της η ΦΑΓΕ. Η κορυφαία ελληνική γαλακτοβιομηχανία, πρωτοπόρος στην εξαγωγική παρουσία του ελληνικού γιαουρτιού παγκοσμίως, ανακοίνωσε στις αρχές Οκτωβρίου του 2012 ότι μεταφέρει την έδρα στη στο Λουξεμβούργο.

Η εταιρία επικαλέστηκε ως λόγους για τη μεταφορά τη χαμηλότερη φορολογία στη νέα της έδρα και ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης από τις ξένες τράπεζες. Μάλιστα, η εταιρεία δεν περιορίστηκε στη μεταφορά της έδρας, καθώς το 2016 ανακοίνωσε επένδυση 100 εκατομμυρίων σε νέο εργοστάσιο στο Λουξεμβούργο.

Λίγες μέρες μετά ανακοίνωσε τη μεταφορά της έδρας της και η Coca Cola 3E. Για την ακρίβεια, ανακοίνωσε τη μεταφορά της διαπραγμάτευσης της μετοχής της στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου και την μεταφορά της εταιρικής έδρας στη Ζυρίχη. Η εταιρεία υποστήριξε ότι σκοπός της ήταν να δραστηριοποιείται σε τρία χρηματιστήρια (Νέα Υόρκη, Λονδίνο και Αθήνα) όμως επί της ουσίας αποχωρούσε από το ελληνικό χρηματιστήριο.

Το ελληνικό country risk

Τότε για πρώτη φορά μια έννοια μπήκε στη συζήτηση η έννοια του country risk. Η ίδια η χώρα μας, υπερχρεωμένη, με αδυναμία πρόσβασης στις διεθνείς αγορές ως προς τη χρηματοδότηση του δημοσίου χρέους και σε μια βαθιά ύφεση (που ένα χρόνο αργότερα το 2013 έφτανε το αθροιστικό -25% από το 2008), είχε πια μια χώρα υψηλού επενδυτικού ρίσκου, έστω και εάν ο γενικός δείκτης του χρηματιστηρίου ήταν ακόμη πολύ ψηλότερα.

Υψηλό country risk σήμαινε αδυναμία άντλησης κεφαλαίων από το χρηματιστήριο και υψηλότερο κόστος δανεισμού από ξένες τράπεζες καθώς οι εταιρείες αυτές, όποια και εάν ήταν τα πραγματικά οικονομικά τους δεδομένα, αντιμετωπίζονταν ως εταιρείες υψηλότερου ρίσκου από τις ανταγωνίστριες τους σε άλλες χώρες.

Ένα χρόνο ΒΙΟΧΑΛΚΟ μετά, το Σεπτέμβριο του 2013 ήταν η σειρά του ομίλου Βιοχάλκο να ανακοινώσει τη μεταφορά της έδρας της εταιρείας στο Βέλγιο και τη διαπραγμάτευση της μετοχής στο Euronext, μέσα από τη μεταφορά της ελληνικής εταιρείας από τη Βελγική. Η εταιρεία επέμεινε ότι αιτία της απόφασης δεν ήταν το φορολογικό καθεστώς, αλλά η ανάγκη καλύτερης πρόσβασης σε χρηματοδότηση. Τέσσερα χρόνια μετά, το 2017 η εταιρεία δήλωνε ότι πετύχαινε ήδη καλύτερα επιτόκια δανεισμού και ότι σύντομα θα πετύχαινε όχι απλώς καλύτερα αλλά διεθνώς ανταγωνιστικά επιτόκια.

Με τις τρεις αυτές αποχωρήσεις τριών μεγάλων ομίλων είχε δοθεί ένα ηχηρό μήνυμα για τα προβλήματα που δημιουργούσε η συνολική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Όμως, τότε μιλούσαμε ακόμη για την περίοδο της μεγάλης ύφεσης και των «ανοιχτών πληγών» για την ελληνική οικονομία.

Τα μνημόνια έφυγαν αλλά τα προβλήματα παραμένουν

Το πρόβλημα είναι ακόμη και σήμερα, όπου υποτίθεται ότι είμαστε εκτός μνημονίων όπου από το 2017 έχουμε επιστρέψει στην ανάπτυξη και όπου σαφώς απέχουμε από την κορύφωση της κρίσης, εξακολουθούμε να έχουμε το πρόβλημα του country risk.

Τελευταίο κρούσμα η ανακοίνωση του ομίλου ΤΙΤΑΝ ότι μεταφέρει την έδρα του στο Βέλγιο, ότι θα έχει το κέντρο διοίκησης στην Κύπρο και την κυρίως παραγωγή στην Ελλάδα. Η εταιρεία, επίσης από τις μεγαλύτερες και ιστορικότερες βιομηχανικές εταιρείες στην Ελλάδα, με πολυεθνική δικτύωση και με ηγετικό ρόλο συνολικά στην ελληνική βιομηχανία δικαιολόγησε την απόφασή της στη βάσης της ανάγκης:

«-να αντικατοπτριστεί και να ενισχυθεί ο διεθνής χαρακτήρας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ομίλου ΤΙΤΑΝ,

– να εισαχθεί ο όμιλος ΤΙΤΑΝ σε μεγάλο διεθνές χρηματιστήριο, που θα του προσφέρει πρόσβαση σε ευρύτερη βάση επενδυτών, ενισχύοντας τη ρευστότητα των μετοχών του και

– να διευρυνθούν οι πηγές άντλησης κεφαλαίων του ομίλου ΤΙΤΑΝ, βελτιώνοντας την πρόσβασή του στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και το διεθνές τραπεζικό σύστημα, με πιο ανταγωνιστικό κόστος δανεισμού»

Κοινώς για άλλη μια φορά το φάντασμα του country risk επιστρέφει πάνω από την ελληνική οικονομία.

Άλλωστε, μια σειρά από μηνύματα στοιχεία σε αυτό. Το ελληνικό δημόσιο εξακολουθεί να μην μπορεί να βγει στις διεθνείς αγορές, ενώ προβλήματα στη διεθνή χρηματοδότησή τους συναντούν και οι ελληνικές τράπεζες. Το Χρηματιστήριο Αθηνών είναι σε μια σταθερή πτωτική πορεία και σε κανένα βαθμό δεν αποτελεί σημείο ενδιαφέροντος των μεγάλων ξένων επενδυτών. Οι κυβερνητικές παλινωδίες σε κρίσιμα ζητήματα διαμορφώνουν ένα κλίμα που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στους επενδυτές.

Σε ένα τέτοιο τοπίο είναι προφανές ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις συναντούν δυσκολίες και αναγκάζονται να μεταφέρουν τις έδρες ή ακόμη και μέρος των δραστηριοτήτων τους εκτός συνόρων, γιατί διαφορετικά η παρουσία τους στην Ελλάδα εξελίσσεται σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα.

Με τα λόγια του διευθύνοντος συμβούλου της ΤΙΤΑΝ κ. Δημήτρη Παπαξελόπουλου το περασμένο καλοκαίρι: «Η παραμονή της έδρας μας στην Ελλάδα μάς έχει στοιχίσει κατά το παρελθόν και συνεχίζει να μας στοιχίζει. Κάτι που μας έχει επισημανθεί και από αναλυτές του εξωτερικού. Εμείς παλεύουμε στα ίσα με τα ξένα μεγαθήρια ως μια ανεξάρτητη ελληνική εταιρεία. Επιθυμία μας είναι να μείνουμε στην Ελλάδα, αλλά έχουμε την υποχρέωση να εξετάζουμε όλα τα ενδεχόμενα, ώστε να παραμείνουμε ανεξάρτητοι και ανταγωνιστικοί».

Όλα αυτά αναδεικνύουν τα όρια που έχει ένα «αφήγημα» που προσπαθεί να αναπαράγει η κυβέρνηση περί «επιστροφής στην ανάπτυξη».

Η ελληνική οικονομία έχει πολύ δρόμο για να μπορέσει να ανακτήσει πραγματικούς όρους ανταγωνιστικότητας και διαμόρφωσης όρων ανάπτυξης με κορμό τη βιομηχανία και τις επενδύσεις.

Μόνο που στην μακρά προεκλογική εκστρατεία που έχει ξεκινήσει, μικρή πιθανότητα υπάρχει όλα αυτά να συζητηθούν με την πρέπουσα σοβαρότητα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο