Η μαγνητική τομογραφία δεν επηρεάζει τη λειτουργία των παλαιότερης γενιάς βηματοδοτών, όπως φοβόντουσαν μέχρι σήμερα οι γιατροί, σύμφωνα με αμερικανική μελέτη που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο New England Journal of Medicine.

Επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου Απεικονιστικής Αριστείας Johns Hopkins, με επικεφαλής τον Δρ Χενρι Χαλπεριν, μελέτησε στοιχεία που αφορούσαν 1.509 ασθενείς με βηματοδότη (58%) ή απινιδωτή (42%), οι οποίοι υποβλήθηκαν σε μαγνητικές τομογραφίες (MRI) στην περιοχή του στέρνου με μαγνητικά πεδία έντασης 1,5 Τέσλα.

Γενικά, οι MRI δεν προκάλεσαν κανένα πρόβλημα στη λειτουργία των συσκευών. Ωστόσο, εννέα ασθενείς παρουσίασαν κάποια διαταραχή λειτουργίας των εμφυτευμάτων αλλά τελικά έγινε αυτόματη επανεκκίνηση και δεν ετέθη σε κίνδυνο η υγεία των ασθενών.

Πάντως σε μια περίπτωση η συσκευή έπρεπε να αντικατασταθεί, αλλά αυτό οφειλόταν στη μειωμένη απόδοση της μπαταρίας και δεν ήταν δυνατό να επαναπρογραμματισθεί.

Επιπλέον σε άλλες πέντε περιπτώσεις οι γιατροί διέκοψαν την MRI, καθώς ένας ασθενής εμφάνισε μειωμένους καρδιακούς παλμούς (κάτω από 40 παλμούς ανά λεπτό της ώρας), ένας άλλος εμφάνισε ταχυπαλμία, ενώ στους υπόλοιποι τρεις κρίθηκε ότι η MRI δεν παρήγαγε αξιόπιστα απεικονιστικά αποτελέσματα.

«Η έρευνα επιβεβαιώνει ότι οι ασθενείς με βηματοδότη ή απινιδωτή μπορούν να υποβληθούν σε MRI εφόσον οι εμφυτευμένες μικροσυσκευές είναι καλά ρυθμισμένες και έχουν ληφθεί οι απαραίτητες προφυλάξεις», σχολιάζει ο Δρ Χαλπεριν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), έχει αποφανθεί για την ασφάλεια των MRI στους νεότερης γενιάς βηματοδότες και απινιδωτές, ωστόσο η πλειονότητα των ασθενών, παγκοσμίως, φέρουν παλαιότερης γενικάς μικροσυσκευές.

Μαίρη Μπιμπή

health.in.gr