Τα παιδιά που γεννιούνται μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση και άλλες μορφές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής δεν διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου από τα παιδιά που έχουν συλληφθεί φυσιολογικά, σύμφωνα με δύο μελέτες που παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας, στο Λονδίνο.

Στην πρώτη μελέτη, οι ερευνητές του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού στη Μ. Βρετανία μελέτησαν στοιχεία για περισσότερα από 106.000 παιδιά που είχαν γεννηθεί με τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής το διάστημα 1992-2008. Κατά τη διάρκεια των 17 ετών της μελέτης, καταγράφηκαν 108 καρκίνοι στα παιδιά που ήταν αποτέλεσμα υποβοηθούμενης γονιμοποίησης, αριθμός συγκρίσιμος με τις 109,7 περιπτώσεις που αναμένονταν να εκδηλωθούν στα παιδιά γενικού πληθυσμού.

Ωστόσο, έξι από τα παιδιά της ομάδας της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής εκδήλωσαν καρκίνο του ήπατος, συγκριτικά με 1,83 που αναμενόταν για τον γενικό παιδικό πληθυσμό. Ο αυξημένος αυτός κίνδυνος συσχετίστηκε επίσης με το χαμηλό σωματικό βάρος γέννησης.

«Είναι η πρώτη μεγάλη μελέτη που περιλαμβάνει στοιχεία για ένα μεγάλο πληθυσμιακό δείγμα και έναν ομοιογενή πληθυσμό. Η απουσία καρκίνου στα παιδιά ή τους ενήλικες μπορεί να θεωρηθεί παράγοντας μακροχρόνιας διαβεβαίωσης ότι οι τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής δεν συντελούν σε υψηλότερο κίνδυνο επιπλοκών υγείας», υπογράμμισε ο βασικός ερευνητής Αλαστάιρ Σατκλιφ.

Στη δεύτερη μελέτη που επίσης παρουσιάστηκε στο συνέδριο, εξετάστηκαν σχεδόν 93.000 παιδιά που είχαν γεννηθεί κατόπιν εξωσωματικής γονιμοποίησης και μια ομάδα ελέγχου παιδιών που είχαν συλληφθεί φυσιολογικά και είχαν γεννηθεί σε τρεις σκανδιναβικές χώρες, την περίοδο 1982-2007.

Καταγράφηκαν 143 περιπτώσεις καρκίνου (19 ανά 1.000 άτομα) στην ομάδα της εξωσωματικής γονιμοποίησης και 626 περιπτώσεις (18 ανά 1.000 άτομα) στην ομάδα ελέγχου. Η συχνότερη καρκινική διάγνωση ήταν η λευχαιμία, η οποία αφορούσε έξι ανά 1.000 παιδιά στην ομάδα της εξωσωματικής γονιμοποίησης και πέντε στα 1.000 παιδιά της ομάδας ελέγχου.

health.in.gr