Οι Ρόμα, η μεγαλύτερη και πιο ευάλωτη μειονότητα της Ευρώπης εκδιώχθηκε από το γαλλικό κράτος το 2010 και επιστρέφει και πάλι πίσω στη Ρουμανία. Καταγραφή του χρονικού ενός λαού υπό διωγμό. Πείτε τη γνώμη σας. Τετάρτη 12/1 στις 22:00 στη ΝΕΤ.
Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ είπε:
«Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν ήρθαν να πάρουν τους εβραίους δεν αντέδρασα. Δεν ήμουν εβραίος. Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει».

Το καλοκαίρι του 2010 η Γαλλία, αποφάσισε να διώξει μαζικά τους τσιγγάνους από το έδαφός της. Βούλγαροι και Ρουμάνοι πολίτες, με Ρομά καταγωγή, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη Γαλλία και να επιστρέψουν στη χώρα τους.
Οι καταυλισμοί των Ρομά κατονομάστηκαν «πηγή παράνομου τράφικινγκ, σοκαριστικών συνθηκών διαβίωσης, και εκμετάλλευσης παιδιών στην επαιτεία, την πορνεία και το έγκλημα».
Ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί κάλεσε επείγον υπουργικό συμβούλιο, και έδωσε το έναυσμα για το ανθρωποκυνηγητό. «Είναι ντροπή! Προσωπικά, έχω συγκλονιστεί από μια κατάσταση που έδωσε την εντύπωση ότι οι άνθρωποι εκδιώχθηκαν από ένα κράτος – μέλος της Ε.Ε. απλώς και μόνο επειδή ανήκουν σε μια εθνική μειονότητα.
Αυτή είναι μια κατάσταση που σκεφτόμουν ότι η Ευρώπη δε θα έπρεπε να αντιμετωπίσει ξανά μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο!», δήλωσε τότε η Ευρωπαία Επίτροπος για τη Δικαιοσύνη και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Βίβιαν Ρέντινγκ, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων σε διπλωματικό επίπεδο στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ντιάνα και ο Γκάμπριελ είδαν το καταυλισμό τους να καταστρέφεται και μαζί το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο. Είχαν φτάσει στη Γαλλία το 2009, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή για τους ίδιους και τα δύο τους παιδιά. «Φτάσαμε σ’ ένα πλάτωμα, φτιάξαμε μια καλύβα από ξύλο. Εκεί προσπαθήσαμε να νοικοκυρευτούμε, να επιβιώσουμε, να αρχίσουμε ένα μικρό μέλλον», θυμάται η Ντιάνα. «Οι συνθήκες ήταν δύσκολες, αλλά στη Ρουμανία ούτως ή άλλως δεν είχαμε ζωή».
Ο Γκάμπριελ έκανε δουλειές του ποδαριού, η Ντιάνα καθάριζε σπίτια, οργανώσεις τους βοηθούσαν με το φαγητό, μπορούσαν να στείλουν τα παιδιά στο σχολείο, μπορούσαν να ζήσουν. Ένα πρωινό όμως αστυνομικοί περικύκλωσαν τον καταυλισμό, τους έβγαλαν με φωνές όλους έξω και οι μπουλντόζες άρχισαν να κατεδαφίζουν τα πρόχειρα σπίτια τους.
Μέσα σε λίγες ώρες βρέθηκαν και πάλι πίσω στη Ρουμανία. Χωρίς δουλειά «γιατί κανείς δεν δίνει δουλειά σε ένα τσιγγάνο», χωρίς κοινωνική μέριμνα, χωρίς τίποτα. «Το μέλλον στη Ρουμανία είναι καταστροφή», λέει απεγνωσμένος ο Γκάμπριελ.
«Τίποτα άλλο δε μπορώ να δω, έκτος από την καταδίκη μου σε θάνατο. Θα περιμένουμε τη στιγμή που θα εμφανιστεί μια ευκαιρία και το συντομότερο δυνατόν θα εξατμιστούμε από τη χώρα. Να φύγουμε, αυτό θέλουμε. Οπουδήποτε, αλλά όχι εδώ».