Ένα αισθαντικό μυθιστόρημα για τον χωρίς αντίκρισμα έρωτα, την προσφυγιά, τη μνήμη και τη λήθη, για τη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις.
Σύμφωνα με μια πεποίθηση, ο Μέγας Αλέξανδρος είχε βρει τον παράδεισο επί της γης», είπε κάποτε ο παππούς. Έτσι κι εγώ μια μέρα, μετά τον έρωτα, το είπα στον Ταμέρ.

«Οι μάντεις του είχαν προσανατολίσει τον Αλέξανδρο προς την κατεύθυνση του παραδείσου. Ενώ εκείνος στόχευε να κυριεύσει κι άλλα εδάφη, εκείνοι τον οδήγησαν στον παράδεισο… Άφησε πίσω το στρατό του και μπήκε μέσ’ από μια πύλη του παραδείσου. Ολομόναχος. Μόλις μπήκε, κατάλαβε ότι βρισκόταν στον παράδεισο. Ήταν αδύνατο να μην καταλάβει πως τα πάντα εκεί ήταν πιο όμορφα, πιο τέλεια απ’ ό,τι είχε δει, απ’ ό,τι είχε ακούσει και είχε φανταστεί ως εκείνη τη στιγμή… Ό,τι επιθυμούσε, το έβλεπε μπροστά του. Κι ακόμη περισσότερα. Πράγματα που δεν μπορούσε καν να τα φανταστεί. Ο Αλέξανδρος γονάτισε στη γη κι άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. “Pεν υπάρχει άλλος τόπος για να κυριεύσω”, είπε. “Pεν υπάρχει άλλη θάλασσα, άλλη στεριά ούτε κι αέρας! Έφτασα στο τέλος. Κατέκτησα αυτό που είναι πέρα απ’ τη φαντασία. Κατέκτησα τα πάντα. Μπροστά σ’ αυτή την κατάκτηση, η κατάκτηση όλου του κόσμου είναι ένα τίποτε. Pεν έμεινε άλλος τόπος για κατάκτηση”. Ο Αλέξανδρος συνέχισε να κλαίει γονατιστός και δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Άφησε εκεί την τελευταία του πνοή».

«Θέλεις να πεις πως το αντίτιμο της ανακάλυψης του παραδείσου είναι ο θάνατος;» ρώτησε.

Σήκωσα το κεφάλι και τον κοίταξα. «Pεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι», του απάντησα σαστισμένη.

Το σχόλιο του Ταμέρ αναφερόταν στη στιγμιαία ευτυχία. Η πρότασή του έκλεινε μέσα της την υπόσχεση μιας καταραμένης αλλά και μοναδικής στιγμής που άξιζε τόσο ώστε ν’ αψηφήσω τα βάσανα του μέλλοντος, ακόμη και τον ίδιο το θάνατο. Ενώ εγώ, ως εκείνη τη μέρα πίστευα πως το να δεις τον παράδεισο σήμαινε τιμωρία.

Η Ετζέ «αυτοεξορίζεται» από την Πόλη στο Λονδίνο, στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τον τυραννικό πατέρα της και από τον αδιέξοδο έρωτα του Ταμέρ. Αλλά η ζωή της εκεί δεν είναι ονειρική όπως τη φανταζόταν: η νέα γυναίκα αναγκάζεται να ζήσει σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, στο περιβάλλον των μεταναστών συμπατριωτών της. Όλα όσα πάσχιζε ν’ αφήσει πίσω της τη στοιχειώνουν και πάλι.

Πλένοντας πιάτα σ’ ένα φτηνό σουβλατζίδικο του Λονδίνου, την Ετζέ κατακλύζουν ξαφνικά οι αναμνήσεις από τον Αρμένιο παππού της. Μετανάστης ο ίδιος, αναγκάστηκε ν’ αρχίσει κι αυτός από το μηδέν. Στις δικές του τρυφερές ιστορίες βρίσκει την αγάπη, την αισιοδοξία και την αυτοπεποίθηση, τα μικρά και τα μεγάλα μυστικά της ζωής.

Η Esmahan Aykol μας ταξιδεύει στα σοκάκια του Βαν, της Κωνσταντινούπολης και του Βοσπόρου, αλλά και στις φτωχογειτονιές των μεταναστών του Λονδίνου, ανασύροντας από το ανατολίτικο παρελθόν της συνήθειες, συμπεριφορές, γεύσεις και μυρωδιές.

Ένα αισθαντικό μυθιστόρημα για τον χωρίς αντίκρισμα έρωτα, την προσφυγιά, τη μνήμη και τη λήθη, για τη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις.

Παρουσίαση της συγγραφέα

Η Esmahan Aykol γεννήθηκε στην Αδριανούπολη και σπούδασε Νομικά στην Κωνσταντινούπολη. Φοιτήτρια ακόμη, εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Σοκάκ. Αργότερα συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Γκιουνές και Ραντικάλ. Τα μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί σε έξι γλώσσες, σημειώνοντας σημαντική επιτυχία. Στις εκδόσεις Κριτική κυκλοφορεί το βιβλίο της Ξενοδοχείο ΒΟΣΠΟΡΟΣ.

Αθανάσιος Ζαράγκαλης
Κριτική
Esmahan Aykol