27

Ο διευθυντής ενός ανθρακωρυχείου καταδικάσθηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και ο ιδιοκτήτης του σε κάθειρξη 20 ετών κάθειρξης στη δίκη για την έκρηξη η οποία στοίχισε τις ζωές 26 ανθρώπων στην πόλη Λινφέν της βόρειας κινεζικής επαρχίας Σανσί.

Η διοίκηση του ανθρακωρυχείου είχε αγνοήσει την εντολή των αρχών να διακόψει τη λειτουργία του ώστε να γίνουν έλεγχοι στην ασφάλειά του μετά τη θανατηφόρο έκρηξη που είχε σημειωθεί σε κοντινό ορυχείο τον περασμένο Μάρτιο.

«Δεν υπήρχε κατάλληλο σύστημα εξαερισμού στο βορειοδυτικό τμήμα του ορυχείου. . .με αποτέλεσμα τη συγκέντρωση αερίου και την έκρηξη» μετέδωσε το πρακτορείο Νέα Κίνα.

Τρία ακόμη στελέχη της διοίκησης του ορυχείου καταδικάσθηκαν σε ποινές κάθειρξης πέντε έως οκτώ ετών, σύμφωνα με το Νέα Κίνα.

Οι κινεζικές αρχές καταβάλλουν προσπάθειες να ελέγξουν την κατάσταση στα ανθρακωρυχεία, που είναι τα πιο επικίνδυνα στον κόσμο, με 4.476 νεκρούς το 2006, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Η κυβέρνηση έχει διατάξει το κλείσιμο μικρών ορυχείων και έχει επιβάλλει αυστηρότερες ποινές σε περιπτώσεις δυστυχημάτων.

Όμως, οι ιδιοκτήτες ορυχείων πιέζουν την παραγωγή πέραν των ορίων ασφαλείας εξ αιτίας της εκρηκτικής ζήτησης και των κερδών που συγκεντρώνουν. Η προστασία των παρανομούντων είναι συχνή από μέρους αξιωματούχων που συχνά αναμιγνύονται και οι ίδιοι στο πεδίο της χρυσοφόρου -παρότι με πεπαλαιωμένες μεθόδους- ενεργειακής βιομηχανίας της Κίνας.

Στη Σανσί παράγεται το 25% του άνθρακα της χώρας και στην επαρχία έχει δημιουργηθεί μια νέα τάξη αφεντικών της βιομηχανίας των ορυχείων.

Ο καταδικασθείς ιδιοκτήτης Ζου Σιαογκέν αγόρασε το ορυχείο το Νοέμβριο του 2006 καταβάλλοντας 18,5 εκατ. γουάν (ή 2,45 εκατ. δολάρια). Ο μέσος μισθός ενός αγρότη στην επαρχία είναι κάτι λιγότερο από 3.000 γουάν.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ/Reuters