Περικοπές δαπανών και αυξήσεις κάτω από τον πληθωρισμό προτείνει η Τράπεζα της Ελλάδος
Στο 3,6% με 3,7% αναμένεται να ανέλθει φέτος ο πληθωρισμός, ενώ η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί σε 3,5%, σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση της ΤτΕ. Αυξήσεις μισθών κάτω από τον πληθωρισμό και συνέχεια της «δημοσιονομικής προσαρμογής» προτείνει ο κ. Γκαργκάνας.
Υποβλήθηκε την Πέμπτη στη Βουλή και στο Υπουργικό Συμβούλιο η ενδιάμεση έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη νομισματική πολιτική 2005 από τον διοικητή της ΤτΕ, κ. Νίκο Γκαργκάνα. Για ένα ακόμα αντεργατικό και αντικοινωνικό κήρυγμα χωρίς τεκμηρίωση και προοπτική για την οικονομία και την χώρα, έκανε λόγο η ΓΣΕΕ.
Η ΤτΕ επισημαίνει ότι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά με την κατάλληλη πολιτική διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με τη διαμόρφωση των μισθολογικών αυξήσεων σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών και με τη συνέχιση της προσπάθειας για αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και δημοσιονομική εξυγίανση.
Για το 2005, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 3,6-3,7%, ενώ αντίθετα ο πυρήνας του πληθωρισμού (που δεν περιλαμβάνει τις τιμές των καυσίμων και των νωπών οπωροκηπευτικών) αναμένεται να υποχωρήσει ελαφρά στο 3,1-3,2%. Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί λιγότερο από ό,τι αναμενόταν και θα διαμορφωθεί γύρω στο 3,5%, εξακολουθώντας να υπερβαίνει σημαντικά το μέσο όρο οικονομικής ανόδου στην ευρωζώνη και την ΕΕ.
Για την απασχόληση αναφέρεται ότι εμφανίζει αύξηση, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών, ενώ το ποσοστό ανεργίας μειώνεται, παραμένοντας όμως υψηλό. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να διευρυνθεί το 2005, καθώς η επίδραση της αύξησης της τιμής του πετρελαίου και οι μεγαλύτερες πληρωμές τόκων υπεραντισταθμίζουν τις ευνοϊκές επιδράσεις από τη συγκράτηση της ανόδου των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών και την αύξηση των εισπράξεων από τη ναυτιλία και τον τουρισμό.
Επιβράδυνση παρατηρήθηκε, εξάλλου, στο ρυθμό της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά (Αύγουστος 2005: 14,2%, δ΄ τρίμηνο 2004: 16,1%). Αναλυτικά, ο ρυθμός αύξησης των τραπεζικών δανείων προς τις επιχειρήσεις εξακολούθησε να υποχωρεί κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 2005 (Αύγουστος 2005: 6,6%, δ΄ τρίμηνο 2004: 8,6%).
Επίσης, ο ετήσιος ρυθμός ανόδου των δανείων προς τα νοικοκυριά επιβραδύνθηκε (Αύγουστος 2005: 24,7%, δ΄ τρίμηνο 2004: 28,0%), παραμένοντας όμως σχετικά υψηλός, με αποτέλεσμα η συνολική δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ να διαμορφωθεί τον Αύγουστο του 2005 σε 32,5% (ζώνη του ευρώ: 51,4%), έναντι 30,9% το Δεκέμβριο του 2004 (ζώνη του ευρώ: 50,0%).
Ειδικότερα, ο ρυθμός αύξησης των στεγαστικών δανείων επιταχύνθηκε στο 25,1% τον Αύγουστο του 2005 από 23,8% το δ΄ τρίμηνο του 2004: 23,8%), ενώ ο ρυθμός αύξησης των καταναλωτικών δανείων επιβραδύνθηκε στο 25,6% τον Αύγουστο του 2005 από 37,9% το δ΄ τρίμηνο 2004. Αν όμως ληφθούν υπόψη και τα υπόλοιπα των τιτλοποιημένων καταναλωτικών αλλά και στεγαστικών δανείων, η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της χρηματοδότησης των νοικοκυριών είναι σημαντικά μικρότερη (Αύγουστος 2005: 29,1%, δ΄ τρίμηνο 2004: 30%).
Όπως αναφέρεται στην έκθεση της ΤτΕ, το τραπεζικό σύστημα είναι υγιές στο σύνολό του και η σταθερότητά του έχει διασφαλιστεί. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, η κερδοφορία και η ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών βρίσκονται σε πολύ ικανοποιητικά επίπεδα. Όμως, τονίζεται ότι η διατήρηση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης σε υψηλά επίπεδα συνεπάγεται ορισμένους κινδύνους, ιδίως ενόψει της πιθανής αύξησης των επιτοκίων μεσοπρόθεσμα καθώς και των επιπτώσεων στο εισόδημα των νοικοκυριών σε περίπτωση επιβράδυνσης του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.
Στην έκθεση επισημαίνεται γενικότερα ότι θα πρέπει οι μεν τράπεζες να μη χαλαρώσουν την πιστοδοτική τους πολιτική υπό την πίεση του ανταγωνισμού, τα δε νοικοκυριά να αξιολογούν προσεκτικά τις δυνατότητές τους να εξυπηρετήσουν ομαλά το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν.
Στο τελευταίο κεφάλαιο της έκθεσης τονίζεται ότι η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και η δημοσιονομική εξυγίανση, η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών, καθώς και η συνέχιση της πολιτικής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με σκοπό τη σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας και του παραγωγικού δυναμικού, είναι οι βασικές προϋποθέσεις ώστε, σε περιβάλλον εντεινόμενου ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά, να ενισχυθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, να διατηρηθούν υψηλοί ρυθμοί ανόδου του ΑΕΠ και να αυξηθεί η απασχόληση.
Ειδικότερα τονίζεται ότι:
* Πρώτον, οι προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής πρέπει να συνεχιστούν τα επόμενα έτη. Εκτός από τη μεγάλη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος που, σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2006, προβλέπεται για το 2005 και το 2006, απαιτείται μόνιμη περαιτέρω βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης και επομένως επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων τα επόμενα χρόνια, με τον περιορισμό των πρωτογενών δαπανών σε μόνιμη βάση και την αύξηση των εσόδων.
Επιπλέον, η επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων σε μόνιμη βάση απαιτείται για να καταστεί δυνατή η μείωση του δημόσιου χρέους στο 60% του ΑΕΠ, το αργότερο μέχρι το 2015, όταν, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, οι δαπάνες για συντάξεις θα αρχίσουν να αυξάνονται (ως ποσοστό του ΑΕΠ).
* Δεύτερον, επειδή η παρατηρούμενη διαφορά πληθωρισμού μεταξύ της Ελλάδος και της ευρωζώνης συμβάλλει σε υποχώρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η προσπάθεια για τη μείωση του πληθωρισμού πρέπει να συνοδεύεται από μισθολογικές αυξήσεις που να είναι συμβατές με την επίτευξη σταθερότητας τιμών χωρίς να οδηγούν σε μείωση των πραγματικών εισοδημάτων.
Προς το σκοπό αυτό, τονίζεται ότι οι αυξήσεις των συμβατικών αποδοχών που προκύπτουν από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων πρέπει να είναι συμβατές με ρυθμό ανόδου των ονομαστικών μέσων ακαθάριστων αποδοχών που συγκλίνει σταδιακά προς το άθροισμα του ρυθμού ανόδου της παραγωγικότητας στην Ελλάδα και του μέσου πληθωρισμού στην ευρωζώνη (και όχι στην Ελλάδα), έως ότου ουσιαστικά εξαλειφθεί η διαφορά πληθωρισμού μεταξύ της Ελλάδος και της ζώνης του ευρώ και επιτευχθεί η σταθερότητα των τιμών.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι είναι απαραίτητο να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός στις αγορές προϊόντων, ώστε τα περιθώρια κέρδους να διαμορφώνονται σε κανονικά επίπεδα.
* Τρίτον, η προσπάθεια για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις πρέπει να συνεχιστεί, ώστε να ενισχυθεί ο δυνητικός ρυθμός ανόδου της παραγωγής και να διασφαλιστούν υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας μακροχρόνια.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Στις 30 και 31 Ιανουαρίου, στο Ολύμπια θα πραγματοποιηθεί η συναυλία «Δύο Επέτειοι, Μία Σκηνή» - αφορμή τη συμπλήρωση 30 δημιουργικών χρόνων του συνθέτη Κώστα Λειβαδά και για τα 40 χρόνια της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων.