27

Στο 81,7% του μέσου κοινοτικού όρου (έναντι 80,4% το 2003) ανήλθε το 2004 το κόστος ζωής στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από νέα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας.

Σύμφωνα με την Ελευεθροτυπία, στην πραγματικότητα η Eurostat υπολογίζει ότι οι τιμές αυξήθηκαν πιο γρήγορα από ό,τι στα υπόλοιπα κράτη της ΕΕ την περίοδο εκείνη. Μάλιστα, φέτος και το 2006 αναμένεται επιδείνωση:

Το κόστος ζωής στη χώρα μας εκτιμάται ότι το 2005 θα φτάσει στο 84,32% του κοινοτικού μέσου όρου και το 2006 στο 87,14%.

Την ίδια στιγμή ο μισθός στον ιδιωτικό τομέα φτάνει, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, στο 63,1% του μέσου όρου της ΕΕ το 2004 (από 62,5% το 2003).

Η ακρίβεια λοιπόν ροκανίζει συνεχώς το εισόδημα του Έλληνα μισθωτού και η απώλεια γίνεται πιο φανερή αν εκφραστεί σε ευρώ: Ο μέσος Έλληνας μισθωτός (που λαμβάνει περίπου 1.000 ευρώ το μήνα) έχασε μέσα στο 2004 λόγω ακρίβειας 405 ευρώ.

Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει την απώλεια αγοραστικής δύναμης που γνώρισε λόγω των ανατιμήσεων. Είναι μεγαλύτερο από το κόστος που επωμίζονται οι περισσότεροι Ευρωπαίοι πολίτες, οι οποίοι στην πλειονότητά τους λαμβάνουν πολύ πιο υψηλές αμοιβές.

Μάλιστα, όσο περνούν τα χρόνια, ο ρυθμός «σύγκλισης» σε ακρίβεια επιταχύνεται: ακόμη και κατά την εισαγωγή του ευρώ το 2000 το κόστος ζωής είχε μείνει σταθερό στο 77,9% του κοινοτικού όρου, καθώς αντίστοιχες ανατιμήσεις και «στρογγυλοποιήσεις» με τις ελληνικές παρατηρήθηκαν σε όλα τα κράτη. Στη συνέχεια όμως οι αυξήσεις στην Ελλάδα ήταν πιο μεγάλες, με αποτέλεσμα το 2004 να φτάσουμε αισίως στο 81,7% του μέσου όρου.

Το ποσοστό αυτό αντιπροσωπεύει την ακρίβεια για το σύνολο της οικονομίας (και για το Δημόσιο). Το κόστος ζωής μόνο για τον ιδιωτικό τομέα είναι αρκετά πιο «τσουχτερό». Φτάνει περίπου στο 85% του μέσου όρου των «25».

Αυτό συμβαίνει διότι, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, τα αγαθά και οι υπηρεσίες που αγοράζει το κράτος (προμήθειες του Δημοσίου σε καταναλωτικά αγαθά, πρώτες ύλες κ.λπ.) κοστίζουν πολύ πιο φθηνά από ό,τι σε άλλα κράτη: η αξία τους φτάνει στο 70% του μέσου κόστους που αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις ανά την ΕΕ. Δηλαδή η ακρίβεια στο Δημόσιο είναι κατά 15% πιο μικρή από ό,τι στο ιδιωτικό σκέλος της οικονομίας.

Σε κανένα άλλο κράτος δεν υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά στην ακρίβεια που επωμίζονται το Δημόσιο και οι ιδιώτες. Η «ψαλίδα» αυτή όμως συγκρατεί και το συνολικό κόστος ζωής στο 81,7% του μέσου όρου.

Η μεγαλύτερη ακρίβεια παρατηρείται στα γαλακτοκομικά προϊόντα, το ελαιόλαδο, το μηχανολογικό εξοπλισμό και τα αναψυκτικά, κατηγορίες προϊόντων που έχουν από καιρό ξεπεράσει σε ακρίβεια τον κοινοτικό μέσο όρο (με τα γαλακτοκομικά να πωλούνται σε τιμές κατά 16% υψηλότερες).

Υψηλές τιμές πώλησης παρατηρούνται στα ψάρια, τις τηλεπικοινωνίες, στα είδη ένδυσης και υπόδησης, τα δημητριακά, τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια, αλλά και στα αλκοολούχα ποτά που έχουν ξεπεράσει σε κόστος το 90% του κοινοτικού μέσου όρου.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ