Την επόμενη εβδομάδα κυρώνεται από τη Βουλή η Συνθήκη του Κιότο
Μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα έχει κυρωθεί από τη Βουλή η Συνθήκη του Κιότο για τον περιορισμό της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της εκπομπής αερίων που ευνοούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, όπως αποφάσισε την Πέμπτη το Υπουργικό Συμβούλιο.
Μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα έχει κυρωθεί από τη Βουλή η Συνθήκη του Κιότο για τον περιορισμό της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της εκπομπής αερίων που ευνοούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, όπως αποφάσισε την Πέμπτη το Υπουργικό Συμβούλιο.
Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε τη λήψη ειδικών μέτρων τιμολογιακής πολιτικής για την προώθηση των εναλλακτικών καυσίμων και την παροχή κινήτρων για την αγορά οχημάτων με κινητήρες «φιλικούς» προς το περιβάλλον. Επίσης, θα ληφθούν μέτρα για τη χρήση της ενέργειας στις μεταφορές και στον κτιριακό τομέα, καθώς και για την αναδιάρθρωση της παραγωγκής διαδικασίας.
Σε συνέντευξη Τύπου, μετά τη συνεδρίαση, η υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Βάσω Παπανδρέου έκανε γνωστό ότι από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ προκύπτει ότι στην Ελλάδα είναι καλύτερη η κατάσταση ως προς τους ατμοσφαιρικούς ρύπους και τα αέρια που ευνοούν την τρύπα του όζοντος σε σχέση με τον μέσο όρο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Όπως είπε, από το 1990 έως το 1999 υπήρξε αύξηση των αερίων που ευνοούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου κατά 14%, ενώ μόνο το 2000, λόγω των καταστροφικών πυρκαγιών, η αύξηση έφτασε στο 23%.
Με βάση τη Συνθήκη του Κιότο, η Ελλάδα επιδιώκει την περίοδο 2008-2012 να περιοριστεί η αύξηση των συνολικών εκπομπών αερίων στο 20% αντί για το 25% που αποτελεί το όριο που δίνει για τη χώρα μας η Συνθήκη, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990.
Όπως αναφέρεται στην αιτολογική έκθεση του σχετικού σχεδίου νόμου, στόχος της κύρωσης του Πρωτοκόλου του Κιότο είναι να προστατεύσει το κλιματικό σύστημα προς όφελος των ανθρωπίνων γενεών του παρόντος και του μέλλοντος.
Η Ελλάδα προχωρά στην κύρωση του πρωτοκόλου αναγνωρίζοντας τις σημαντικές επιπτώσεις που θα έχει στα φυσικά οικοσυστήματα, στην ανθρώπινη υγεία και στην λειτουργία των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων και εκτιμάται ότι θα βοηθήσει μέσω των πολιτικών και μέτρων που θα υοθετηθούν στη βελτίωση της ποιότητας της ατμόσφαιρας αλλά και στην αλλαγή των προτύπων παραγωγής και κατανάλωσης και τη στροφή προς τη βιώσιμη ανάπτυξη.