27

Ένα μήνα μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στις ΗΠΑ, σύμβολο της καπιταλιστικής ευημερίας, οι οικονομίες σε παγκόσμια κλίμακα έχουν ήδη ξεκινήσει αγώνα δρόμου με αντίπαλο την ύφεση, χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, «όπλα» του παρελθόντος.

Το τρομοκρατικό χτύπημα, «γροθιά» στο στομάχι των υπέρμαχων της (νεο)φιλελεύθερης λογικής, της αυτορρύθμισης των αγορών και της συρρίκνωσης του κράτους, αποτέλεσε το εφαλτήριο για νέες οικονομικές επιλογές, δίνοντας ξανά το πράσινο φως σε εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις. Γίνονται, έτσι, πάλι επίκαιρες οι θεωρίες του διάσημου Αγγλου οικονομολόγου Τζον Μέιναρντ Κέινς, οι οποίες έχουν δοκιμαστεί σε συνθήκες πολέμου και ύφεσης.

ΗΠΑ

Η αρχή έγινε στις ΗΠΑ, που έχουν και το πιο άμεσο πρόβλημα, με το οικονομικό επιτελείο της αμερικανικής κυβέρνησης να συνιστά ψυχραιμία στους επενδυτές και παράλληλα να τους ενθαρρύνει με σειρά εκτεταμένων και συντονισμένων δράσεων.

Η πρώτη πράξη παίχτηκε με τη δραστική μείωση των επιτοκίων από την FED αλλά και τη σημαντική «ένεση» ρευστότητας που τη συνόδευσε. Το Κογκρέσο ενέκρινε εγκαίρως κονδύλια ύψους 40 δισ. δολαρίων ως πρώτη προσπάθεια ανακούφισης από τις πληγές της επίθεσης.

Στο πλαίσιο της εκτεταμένης παρέμβασης που επιχειρεί η αμερικανική κυβέρνηση, πριν από λίγες μέρες ο πρόεδρος Μπους ανακοίνωσε σχέδιο για νέα αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών από 60 έως 75 δισ. δολ. με στόχο την τόνωση της οικονομίας.

Το πακέτο αυτό έρχεται να συμπληρώσει την επείγουσα οικονομική βοήθεια που έχει ήδη λάβει την έγκριση του Κογκρέσου. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Πολ Ο Νιλ έλαβε εντολή από τον πρόεδρο Μπους να σχεδιάσει εντός τεσσάρων το πολύ εβδομάδων -σε συνεργασία με μέλη του Κογκρέσου- πακέτο μέτρων. Αυτό αποσκοπεί στην τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας και της καταναλωτικής εμπιστοσύνης αλλά και στην ενίσχυση των δεκάδων χιλιάδων Αμερικανών που απολύθηκαν μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις σε Νέα Υόρκη και Ουάσινγκτον.

Αν και δεν δόθηκαν λεπτομέρειες, είναι προφανές ότι θα επιχειρηθεί τόνωση της ζήτησης και μέσω νέων φοροαπαλλαγών, πέραν του προγράματος επιστροφής φόρων συνολικής αξίας 1,3 τρισ. δολαρίων την επόμενη δεκαετία.

Όπως σημειώνουν ορισμένοι αναλυτές, η προδιαγραφόμενη πλέον οικονομική στροφή των ΗΠΑ, βγάζοντας από το χρονοντούλαπο της ιστορίας τα κεϊνσιανά οικονομικά «εργαλεία» (αύξηση κρατικών δαπανών), κρίνεται επιβεβλημένη στις παρούσες συνθήκες, προκειμένου να αναθερμανθεί η καταναλωτική και επενδυτική ζήτηση, μετά το σημαντικό πλήγμα που υπέστη από το τρομοκρατικό χτύπημα, αλλά και να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες της ύφεσης.

Στον αντίποδα όμως, όπως αναφέρεται στους Financial Times, υπάρχουν πολύ ισχυρά θεωρητικά επιχειρήματα ενάντια στη χρησιμοποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής για τη διαχείριση του προβλήματος της ζήτησης.Όπως υποστηρίζεται, τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής αφενός μεν θα αργήσουν να φανούν στην πράξη, αφετέρου δεν μπορούν να προβλεφθούν οι συνέπειες τους (φόβος για άνοδο του πληθωρισμού κυρίως).

Ευρώπη

Κρατικών παρεμβάσεων συνέχεια, με την ελβετική και τη βελγική κυβέρνηση να παίρνουν τη σκυτάλη προκειμένου να σώσουν από τη χρεοκοπία της αεροπορικές εταιρείες Swissair και Sabena αντίστοιχα, μετάτην άρνηση των πιστωτριών τραπεζών να δώσουν χείρα βοηθείας σε αυτές.

Στην ΕΕ ηκρίση αντιμετωπίζεται προς το παρόν μάλλον ασύμμετρα, σε σχέση με τις ΗΠΑ, παρ όλο πουη οικονομική ύφεση είναι ante portas. Έτσι, η ευρωζώνη «αντιστέκεται» στην εφαρμογή μιας πιο επεκτατικής (κεϊνσιανής) δημοσιονομικής πολιτικής, δεσμευόμενη πάντα από την «οροφή» στις κρατικές δαπάνες που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Σήμερα πάντως, η Κομισιόν έδωσε το «πράσινο φως» για μια -περιορισμένη- κρατική ενίσχυση στις ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες.

Ελλάδα

Στην Ελλάδα, με το φάντασμα του πληθωρισμού να παραμονεύει πάντα και εκτιμώντας, μέχρι στιγμής, ότι η διεθνής ύφεση θα επιφέρει οριακές μόνο συνέπειες στην ελληνική οικονομία, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης απαντά στην ύφεση με αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, όπως αυτή αποτυπώνεται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι -παρά τη διεθνή κρίση- προβλέπεται η επίτευξη πλεονάσματος 1,3% του ΑΕΠ από 0,5% το 2001, σύμφωναμε το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Το αισιόδοξο αυτό σενάριο δεν αποκλείεται πάντως να μεταβληθεί στην περίπτωση που υπάρξουν περαιτέρω αποσταθεροποιητικές εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία.

Κύρια «όπλα» της ελληνικής κυβέρνησης κατά της ύφεσης εξακολουθούν να παραμένουν τα έργα του Γ΄ΚΠΣ, των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, αλλά και οι επικείμενες διαρθρωτικές αλλαγές, μέσω των οποίων η ελληνική κυβέρνηση φιλοδοξεί να βγει ενισχυμένη από την ύφεση.

Στο μέτωπο των αποκρατικοποιήσεων παρατηρείται έντονη κινητικότητα, καθώς αύριο αναμένεται να δοθεί θετικό τέλος στην πώληση των ναυπηγείων Σκαραμαγκά, καθώς και στην ΕΤΒΑ -σε λίγες μέρες θα ανακοινωθεί η αξιολόγηση των δύο προσφορών για την εξαγορά της (από την Αγροτική Τράπεζα και την Πειραιώς).

Επιπλέον, επίκειται η κατάθεση της αίτησης της ΔΕΗ για την εισαγωγή της στο ΧΑΑ.

Μοναδική «παραφωνία» στην προσπάθεια ευόδωσης των διαρθρωτικών αλλαγών είναι το προσωρινό πάγωμα της ιδιωτικοποίησης του ΟΛΠ, με πρωτοβουλία του υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, Χρήστου Παπουτσή, λόγω νομικών προβλημάτων.

Το Νοέμβριο -μέχρι τότε θα έχει ξεδιπλωθείη μορφή της κρίσης- κατατίθεται η οριστική μορφή του προϋπολογισμού για το 2002. Είναι, λοιπόν,βέβαιοότι το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης θα πρέπει να παρουσιάσει «οπλισμό κρούσης» απέναντι στην οικονομική κρίση.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ