Η διαπρεπής βυζαντινολόγος Αγγελική Λαΐου έφυγε από τη ζωή στις 11 Δεκεμβρίου 2008

«Ω γένος των Φράγκων, γένος εκλεκτό του Θεού και αγαπητό στον Θεό […] σ’ εσάς απευθύνεται ο λόγος μου, σ’ εσάς η παραίνεσή μου […] Θυμηθείτε τα ανδραγαθήματα των προγόνων σας, τη δόξα και το μεγαλείο του βασιλιά Καρόλου του Μεγάλου και του γιου του Λουδοβίκου, και των άλλων βασιλιάδων σας, που κατέστρεψαν τα βασίλεια των ειδωλολατρών και προσέθεσαν τα εδάφη τους στις κτήσεις της μεγάλης Εκκλησίας […] Η Ιερουσαλήμ είναι ο ομφαλός της Γης, η γη της παραγωγική όσο καμία άλλη, ως άλλος Παράδεισος. Αυτήν τη γη ελάμπρυνε με την ενανθρώπισή του ο Σωτήρας του ανθρωπίνου γένους, την καλλώπισε με την παρουσία του, την αγίασε με το μαρτύριό του, την έσωσε με τον θάνατό του, τη δόξασε με την ταφή του. Αυτή η βασιλική πόλη, η οποία βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου, είναι τώρα αιχμάλωτη στα χέρια των εχθρών του, είναι υπό την κυριαρχία αυτών που δεν γνωρίζουν τον Θεό, και βλέπει τη λατρεία των ειδωλολατρών. Ζητάει να απελευθερωθεί, και σας ικετεύει να σπεύσετε να τη βοηθήσετε. Ζητάει βοήθεια κυρίως από εσάς, γιατί εσάς έχει ξεχωρίσει ο Θεός από όλα τα έθνη δίνοντάς σας μεγάλη στρατιωτική αρετή». Όταν ο Πάπας Ουρβανός είπε αυτά και πολλά παρόμοια, όλοι οι παρόντες αναφώνησαν: «Είναι θέλημα Θεού! Είναι θέλημα Θεού!»

Έτσι περιγράφει ένας χρονογράφος του 12ου αιώνα τη δημηγορία του Πάπα Ουρβανού στο Clermont, με την οποία ξεκίνησε η Πρώτη Σταυροφορία. Πρόκειται για μία από τις πλέον επιτυχημένες προτρεπτικές ομιλίες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Κινητοποίησε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων, ίσως συνολικά 200.000 μέχρι το 1101, σε ένα κίνημα που διήρκεσε αιώνες, αλλάζοντας φυσικά μορφή με την πάροδο του χρόνου, και χαρακτήρισε μια ολόκληρη εποχή: τα τέλη του 11ου αιώνα, ο 12ος και ο 13ος, οι κατ’ εξοχήν αιώνες των Σταυροφοριών, συμπίπτουν με την ακμή της Δυτικής Ευρώπης, όπως άλλωστε, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, και του Βυζαντίου, τουλάχιστον ως το 1204. Το θέλημα Θεού βέβαια ήταν κυρίως βουλή των ανθρώπων, και τα θρησκευτικά κίνητρα αποδυναμώθηκαν γρήγορα. Ωστόσο το μείγμα θρησκείας και πολέμου ήταν ισχυρό και συγκίνησε πολλούς τον Μεσαίωνα.

Οι Σταυροφορίες αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα κινήματα του Μεσαίωνα. Δεν ενθουσίασαν μόνο μεγάλο μέρος της μεσαιωνικής Δυτικής Ευρώπης. Ως σύνολο γεγονότων οι Σταυροφορίες προκαλούν το ενδιαφέρον και εξάπτουν τη φαντασία και των επόμενων γενεών, οι οποίες τις αντιμετώπισαν άλλοτε ως θετικό φαινόμενο και άλλοτε ως αρνητικό. Αυτά βέβαια στη Δυτική Ευρώπη. Στον χώρο του Βυζαντίου και των ισλαμικών χωρών σπάνια θα έβρισκε κανείς θετική αντιμετώπιση του φαινομένου. Η νηφάλια ιστορική θεώρηση πάντως θα δει στο κίνημα των Σταυροφοριών μια από τις πιο εντυπωσιακές εκφράσεις της επεκτατικότητας της Δυτικής Ευρώπης, σφύζουσας δημογραφικά και ασφυκτιώσης γεωγραφικά και οικονομικά, και της επέκτασής της είτε μέσα στην ίδια την ήπειρο, πέρα από τον ευρωπαϊκό κορμό που ήταν η παλιά αυτοκρατορία του Καρλομάγνου, είτε στην Ανατολική Μεσόγειο. Ας θυμηθούμε ότι οι Σταυροφορίες, ως ιερός πόλεμος που οργανώνει και καθοδηγεί η Καθολική Εκκλησία, διαρκούν από το 1095 ως μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Οθωμανούς. Στα τέλη ακόμη του 15ου αιώνα ο Χριστόφορος Κολόμβος ανέλαβε το υπερπόντιο ταξίδι του με την ελπίδα ότι θα προήγε μια μελλοντική σταυροφορία κατά των Μωαμεθανών. Η δε γεωγραφική έκταση των Σταυροφοριών είναι πολύ ευρύτερη από ό,τι συνήθως νομίζουμε. Σταυροφόροι άρχισαν την ανακατάληψη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας από τους Σαρακηνούς, και υπό το σήμα του σταυρού ευδοκίμησε η προέλαση γερμανών κυρίως φεουδαρχών, χωρικών και εμπόρων προς τα βορειοανατολικά, ως και τη Λετονία και την Εσθονία. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για την πρώτη μεσαιωνική επέκταση της Δυτικής Ευρώπης.

Για την Ανατολική Μεσόγειο δύο είναι οι βασικές στιγμές των Σταυροφοριών. Η πρώτη είναι το 1099, η πτώση των Ιεροσολύμων και η ίδρυση του βασιλείου των Ιεροσολύμων, γεγονός που εγκατέστησε Δυτικοευρωπαίους στην Παλαιστίνη και στη Συρία, και προκάλεσε ισχυρή αντίδραση εκ μέρους των ισλαμικών δυνάμεων, προάγοντας συγχρόνως την Ιερουσαλήμ σε βασικό ιδεολογικό σύμβολο του Ισλάμ. Η δεύτερη είναι η πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1204, γεγονός με τεράστια ιστορική σημασία. Μαζί τα δύο αυτά γεγονότα και οι καταστάσεις που δημιούργησαν άλλαξαν για αιώνες την πολιτική και οικονομική κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο χώρος του Βυζαντίου κατακερματίστηκε πολιτικά και σε ορισμένα εδάφη του –στην Κρήτη, στην Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου– εγκαταστάθηκαν Γάλλοι, Βενετοί και άλλοι. Οι ισλαμικές χώρες της Ανατολικής Μεσογείου τελικά ανασυντάχθηκαν πολιτικά. Όμως η οικονομική ενοποίηση του χώρου έγινε από τους ιταλούς και άλλους δυτικοευρωπαίους εμπόρους, που κυριαρχούσαν πλέον σε μια Μεσόγειο στην οποία στο παρελθόν δέσποζαν οι Βυζαντινοί και οι Άραβες. Το δεύτερο γεγονός, η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, είχε ως σοβαρό παρεπόμενο τη δημιουργία ισχυρού αντιδυτικού ρεύματος, που εμπόδισε στον Μεσαίωνα τη συνεννόηση και την ουσιαστική ένωση της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας.

[…]

Η μελέτη της εσωτερικής ιστορίας του κινήματος έχει δείξει εδώ και καιρό ότι οι Σταυροφορίες διαδραμάτισαν ενοποιητικό ρόλο σε μια Ευρώπη κατακερματισμένη πολιτικά. Καλώντας τους πιστούς να πολεμήσουν για υπερεθνικά και υπερτοπικά ιδεώδη (για τη θρησκεία) η Εκκλησία τόνισε τα κοινά σημεία των χριστιανικών λαών της Δυτικής Ευρώπης και όχι τις διαφορές και διαφοροποιήσεις που υπήρχαν ανάμεσά τους. Οι ίδιοι οι σταυροφόροι συνήθως αποκαλούσαν τους εαυτούς τους «στρατιώτες του Χριστού», χωρίς να λείπουν και οι αναφορές σε συγκεκριμένους λαούς από συγκεκριμένα μέρη της Ευρώπης. […] Μετά την εμπειρία της Πρώτης Σταυροφορίας οι Δυτικοευρωπαίοι εμφανίζονται ως μία ενότητα, η οποία χαρακτηρίζεται με τον όρο «Λατίνοι». Αντικατοπτρίζεται λοιπόν στις βυζαντινές πηγές ο αυτοπροσδιορισμός των σταυροφόρων ως μιας ενότητας. Ξέρουμε επίσης ότι υπήρξε τελικά συσπείρωση των ισλαμικών κρατών της περιοχής ως αντίδραση προς τους σταυροφόρους.

[…]

Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα που έχει απασχολήσει πολλούς μελετητές των Σταυροφοριών είναι η αποτίμηση του κινήματος – αν είχε πράγματι σοβαρές επιπτώσεις τόσο στη Δυτική Ευρώπη όσο και στις χώρες υποδοχής, καθώς και αν τα αποτελέσματα ήταν τελικά θετικά ή αρνητικά. Το θέμα είναι τεράστιο, πολυμελετημένο και καθόλου άμοιρο ιδεολογικών τοποθετήσεων (όπως, για παράδειγμα, όταν επιχειρείται, ή αντικρούεται, παραλληλισμός με την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό). Ένας παράλληλος προβληματισμός όμως αναδύεται μέσα από μια σειρά από μελέτες […] που δείχνουν ότι τόσο στον τομέα της παραγωγής όσο και σε αυτόν των ανταλλαγών η κατάσταση που δημιούργησαν οι Σταυροφορίες και η εγκατάσταση δυτικοευρωπαίων αποίκων και εμπόρων στα βυζαντινά εδάφη ή στα κράτη των σταυροφόρων επέδρασαν σε οικονομικούς θεσμούς των ισλαμικών κρατών, ενώ επέφεραν σημαντική οικονομική ενοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου, χριστιανικής και ισλαμικής. Έτσι μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η δημιουργία κοινών θεσμών που διέπουν και διευκολύνουν τις εμπορικές σχέσεις εξαπλώνεται σε όλη τη Μεσόγειο, συχνά με κόμβο τα κράτη των σταυροφόρων. Τέτοιοι θεσμοί είναι, για παράδειγμα, αυτοί που αφορούν την τύχη των περιουσιακών στοιχείων εμπόρων που είτε πεθαίνουν είτε χάνουν τα πλοία τους σε ξένα εδάφη ή σε ξένες θάλασσες. Μπορεί επίσης να διαπιστώσει κανείς δομικές αλλαγές στην οικονομία των περιοχών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οι οποίες περιήλθαν υπό λατινική κατοχή. Η ένταξή τους σε ένα ευρύτερο εμπορικό δίκτυο, όπου δέσποζε η ζήτηση που προερχόταν από τη Δυτική Ευρώπη, έδωσε ώθηση στον δυναμισμό της οικονομίας των χωρών αυτών. Δίνεται έτσι μια διαφορετική τής συνήθους απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον οι Σταυροφορίες είχαν οικονομικές επιπτώσεις. Από τη σκοπιά της Δυτικής Ευρώπης η απάντηση των περισσότερων ερευνητών είναι αρνητική. Από τη σκοπιά της Ανατολικής Μεσογείου είναι εμφατικά θετική.

Η εποχή των Σταυροφοριών είναι μια εποχή πλούσια σε γεγονότα και εξελίξεις σε ολόκληρο τον χώρο της Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής. Για τις περιοχές οι οποίες τον 12ο αιώνα βρίσκονταν υπό βυζαντινή κυριαρχία οι εξελίξεις ήταν καθοριστικές. Κυρίως, και πάνω απ’ όλα, πρόκειται για μια μεγάλη και μακρόχρονη αναδιάρθρωση των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων.

 
 

*Αποσπάσματα από άρθρο της Αγγελικής Λαΐου με τίτλο «Ο Πάπας κάνει πόλεμο», που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 29 Απριλίου 2001.

Η διαπρεπής βυζαντινολόγος Αγγελική Λαΐου, που είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1941, έφυγε από τη ζωή στις 11 Δεκεμβρίου 2008.

Η Λαΐου σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές της στις ΗΠΑ.

Δίδαξε Ιστορία σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ και σε ακαδημαϊκά ιδρύματα της Ευρώπης.

Ιδιαίτερης αναφοράς χρήζει η θητεία της στο φημισμένο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ των ΗΠΑ, όπου έκανε το διδακτορικό της και διετέλεσε τακτική καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας, πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και διευθύντρια του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών Dumbarton Oaks.

Η Λαΐου, που είχε παντρευτεί τον καθηγητή Οικονομικών Επιστημών Σταύρο Θωμαδάκη, υπήρξε από το 1998 τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (η δεύτερη γυναίκα μετά τη Γαλάτεια Σαράντη), ενώ κατέλιπε αξιόλογο συγγραφικό έργο.

Την περίοδο 2000-2002 η Λαΐου διετέλεσε βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, ενώ από το Μάιο έως το Νοέμβριο του 2000 χρημάτισε υφυπουργός Εξωτερικών (αρμόδια για τον Απόδημο Ελληνισμό).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr