Στις 12 Ιουλίου του 1903, στο Παράλ της Χιλής γεννιέται ο κορυφαίος ποιητής, Ρικάρδο Ελιέσερ Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο, γνωστός στο ευρύ κοινό με το φιλολογικό του ψευδώνυμο, Πάμπλο Νερούδα.

Διακρίθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1971 και θεωρείται ο σπουδαιότερος ποιητής του 20ου αιώνα, σύμφωνα με τον Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες. Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1973, σε ηλικία 69 χρονών, στην πόλη Σαντιάγο της Χιλής. ‘Αφησε πίσω του μια σπουδαία ανθολογία από τα πιο πολυδιαβασμένα ερωτικά ποιήματα.

Σε έχω μετά βίας αφήσει,
είσαι μέσα μου, κρυσταλλένια,
ή τρέμοντας,
ή με ανησυχία, πληγωμένη από μένα,
ή κυριευμένη από αγάπη, όπως όταν τα μάτια σου
κλείνουν μπροστά στο δώρο της ζωής
αυτό που και τώρα και πάντα σου δίνω.

Αγάπη μου,
βρήκαμε ο ένας τον άλλο
διψασμένο και ήπιαμε
όλο το νερό και το αίμα,
βρήκαμε ο ένας τον άλλο
πεινασμένο
και με δάγκωσες και σε δάγκωσα
σαν η φωτιά να δάγκωνε
αφήνοντας πληγές επάνω μας.

Μα περίμενέ με,
φύλαξε για μένα τη γλυκύτητά σου,
Θα σου δώσω ,ακόμη,
ένα τριαντάφυλλο.

Γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1904, στην πόλη Παράλ της Χιλής. Η μητέρα του πέθανε από φυματίωση έναν μήνα μετά τη γέννησή του κι έτσι ο πατέρας του, Χοσέ, σιδηροδρομικός υπάλληλος, μετακόμισε στην πόλη Τεμούκο, όπου ξαναπαντρεύτηκε. Ο Νερούδα ξεκίνησε να γράφει ποίηση σε ηλικία 10 ετών, αλλά ο πατέρας του τον αποθάρρυνε κι έτσι άρχισε να υπογράφει τα έργα του με το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούδα, υιοθετώντας το επώνυμο του γνωστού Τσέχου συγγραφέα και ποιητή Γιαν Νερούντα. Το μικρό του όνομα εικάζεται ότι το πήρε από τον Γάλλο ποιητή Πωλ Βερλαίν.
 

Γυναικείο σώμα, λόφοι λευκοί, πόδια κατάλευκα, μοιάζεις του κόσμου όπως μου δίνεσαι έτσι.

Το αργασμένο κορμί μου άγρια σε σκάβει και σου αναδύει τον υιό και λόγο από της γαίας τα έγκατα.

Ήμουνα μόνος κι έρημος, σαν το τούνελ καληώρα. Με βλέπαν τα πουλιά και φεύγανε, και μέσα μου όρμαγε η νύχτα πανίσχυρη και καταλυτική.

Για να μείνω εγώ ζωντανός, έφτιαξα εσένανε όπλο, σ’ έβαλα βέλος στο τόξο μου, στη σφεντόνα μου πέτρα. Επέστη όμως της πληρωμής ο καιρός, κι εγώ σ’ αγαπάω. Σώμα από χνούδι κι από μούσκλια κι από άπληστο γάλα και κραταιό.

Ω, τ’ αγγεία του στήθους! Ω!, τα μάτια της απουσίας! Ω, του εφηβαίου τα ρόδα! Ω, η συρτή και θλιμμένη φωνή σου!

Σώμα της δικιά μου γυναίκας, υπήκοος θα ‘μαι πιστός των θέλγητρών σου.

Δίψα μου, πόθε μου ατελεύτητε, αβέβαιε δρόμε μου! Σκούρες νεροσυρμές, όπου η δίψα αιώνια ακολουθεί, και ο κάματος ακολουθεί, και ο καημός ο απέραντος.

Τα «Είκοσι ερωτικά ποιήματα κι ένα τραγούδι απελπισμένο», η δεύτερη συλλογή του Νερούδα εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1924, από τις εκδόσεις Νασιμιέντο της Χιλής. Κάποια από τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά πριν την έκδοση του βιβλίου. Ο αρχικός τίτλος ήταν: «Ποιήματα μιας γυναίκας κι ενός άνδρα».

Το πρωινό είναι γεμάτο θύελλα
μες στην καρδιά του θέρους.

Σαν μαντήλια λευκά του χωρισμού ταξιδεύουν τα σύννεφα,
ο άνεμος τα σπρώχνει με τα ταξιδιάρικά του χέρια.

Αναρίθμητη καρδιά του ανέμου
πάλλοντας πάνω στη σιωπή μας την ερωτευμένη.

Βουΐζοντας μέσα στα δέντρα, ορχηστρικός και θείος,
σαν μια γλώσσα γεμάτη πολέμους και άσματα.

Άνεμος που φέρνει με γοργή κλοπή τη φυλλωσιά
και ξεστρατίζει τα παλλόμενα των πουλιών βέλη.

Ο Νερούδα είναι άρρωστος από καρκίνο όταν το 1971 του απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Πεθαίνει λίγο μετά τη δολοφονία του Αλιέντε από τους πραξικοπηματίες του Πινοσέτ, το 1973.  Η κηδεία του αν και κάτω από την απαγόρευση του καθεστώτος Πινοσέτ γίνεται η πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία της Χιλής με χιλιάδες ανθρώπους να βρίσκονται στον δρόμο για να αποτίσουν φόρο τιμής στον ποιητή τους. Τα έργα του παρέμειναν απαγορευμένα από το στρατιωτικό καθεστώς μέχρι και το 1990.

Στην νύχτα θα μπούμε

για να κλέψουμε

ένα κλαδί ανθισμένο.

Θα περάσουμε τον τοίχο,

στον ερεβώδη ξένο κήπο,

δυο σκιές μες στο σκοτάδι.

Ακόμα δεν έφυγε ο χειμώνας,

και ξαφνικά η μηλιά

μοιάζει να έγινε

καταρράχτης αστεριών ευωδιαστών.

Στη νύχτα θα μπούμε

ως το τρεμουλιαστό της στερέωμα,

και τα μικρά σου χέρια και τα δικά μου

θα κλέψουν τ’ αστέρια.

Και σιωπηλά,

στο σπίτι μας,

στη νύχτα και στο σκοτάδι,

με τα βήματά σου θα μπει

το άηχο βήμα της ευωδιάς

και με τα πόδια μ’ άστρα γεμάτα

το διάφανο σώμα της άνοιξης.

Τον Απρίλιο του 2013, 40 χρόνια μετά το θάνατό του, έγινε εκταφή της σορού του, με σκοπό να διακριβωθεί αν είχε πέσει θύμα δολοφονικής επίθεσης με δηλητήριο από πράκτορες του δικτατορικού καθεστώτος που κυβερνούσε τη Χιλή κατά το θάνατό του. Και πράγματι τα πρόσφατα πορίσματα δείχνουν ότι ο καρκίνος που είχε δεν βρισκόταν σε στάδιο που θα μπορούσε να τον σκοτώσει, όμως ακόμα δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τον πραγματικό λόγο του θανάτου του.

Aν με ξεχάσεις…
Ένα
θέλω να ξέρεις.

Ξέρεις πώς είν’αυτό:
κοιτάζω
το κρυστάλλινο φεγγάρι, το κόκκινο κλαδί
του αργού φθινοπώρου στο παράθυρό μου,
αγγίζω
πλάι στη φωτιά
την ατάραχη στάχτη
ή το ρυτιδωμένο σώμα του ξύλου,
κι όλα με φέρνουν σε σένα,
λες και ό,τι υπάρχει,
αρώματα, φως, μέταλλα,
είναι μικρά πλεούμενα που ταξιδεύουν
προς τα νησιά σου που με περιμένουν.

Ωστόσο,
αν λίγο λίγο πάψεις πια να μ’αγαπάς
θα πάψω κι εγώ να σ’αγαπώ λίγο λίγο.

Κι αν ξαφνικά
με ξεχάσεις
μην ψάξεις να με βρεις,
θα σ’έχω λησμονήσει.

Αν θεωρήσεις ότι κρατάει πολύ κι είναι τρελός
ο άνεμος από σημαίες
που περνάει απ’τη ζωή μου
κι αποφασίσεις
να με αφήσεις στην όχθη
της καρδιάς που έχω ρίζες,
σκέψου
πως εκείνη τη μέρα,
την ώρα εκείνη
θα σηκώσω τα χέρια
και θα βγουν οι ρίζες μου
για να βρούνε άλλη γη.

Όμως
αν κάθε μέρα,
κάθε ώρα,
νιώθεις προορισμένη για μένα
με γλυκύτητα αψεγάδιαστη.
Αν κάθε μέρα ανεβαίνει
ένα λουλούδι στα χείλη σου για να με βρει,
αχ αγάπη μου, αχ δικιά μου,
μέσα μου όλη τούτη η φωτιά θα επαναλαμβάνεται,
μέσα μου τίποτα δε θα σβήσει ούτε θα ξεχαστεί,
η αγάπη μου τρέφεται από την αγάπη σου, αγαπημένη,
κι όσο θα ζεις θα είναι μες στην αγκαλιά σου
χωρίς απ’τη δική μου να φύγει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο