Η σημαία ενός συντάγματος

Είχαν πολεμήσει οι φαντάροι των οχυρών του Ρούπελ τέσσερα μερόνυχτα χωρίς στιγμή να σταματήσουν. Είχαν κατανικήσει όλες τις επιθέσεις των Γερμανών, όταν κατά τις τέσσερες το απόγευμα της 9 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί –μετά τη διάσπαση του σερβικού μετώπου και την κατάληψη της Θεσσαλονίκης– έστειλαν μπροστά σε κάθε φρούριο από ένα τάνκη να γυροφέρνη σιγά κρατώντας λευκή σημαία.

Οι Έλληνες δεν τα πυροβόλησαν, παρά τα άφησαν να πλησιάσουν, γιατί τα έβλεπαν να κουνούν επιδεικτικά την άσπρη τους παντιέρα.

Από τα τανκς, κατεβαίνουν σε λίγο κήρυκες, που απαιτούν την παράδοση των οχυρών, επειδή ο Έλλην διοικητής είχε συνθηκολογήσει στη Θεσσαλονίκη.

Αξιωματικοί και φαντάροι δεν μπορούν να πιστέψουν τ’ αυτιά τους. Από την καύχηση που είχαν για την ηρωική αντίστασή τους, ως την καταστροφή που τώρα μαθαίνουν, είναι δρόμος που δε δρασκελίζεται σε μια στιγμή.

Ως τώρα αυτοί έδερναν το Γερμανό, όχι μόνο πίσω από τις πολεμίστρες, αλλά κι έξω στ’ ανοιχτά, στήθος με στήθος. Πώς να παραδώσουν φρούρια, σπίτια, πατρίδα χωρίς να νικηθούν;

Σε λίγο τούς έρχεται γραπτή η διαταγή του στρατηγού τους να παραδώσουν τα οχυρά. Τότε ξεσπάει μαύρη απελπισία. Άλλοι κλαίνε δυνατά, άλλοι αγκαλιάζουν και φιλούν τα πολυβόλα με πάθος, τόσο αυθόρμητα, που σφίγγει την καρδιά όσων τους βλέπουν.

Ωστόσο υπακούουν στη γραπτή διαταγή του στρατηγού τους, παραδίδουν τα οχυρά και αναχωρούν με κατεύθυνση προς τας Σέρρας.

Καθώς προχωρούν προς τας Σέρρας, βλέπουν επάνω σ’ ένα λοφάκι μαζεμένους φαντάρους και καπνό ν’ ανεμίζεται στον καθάριον ουρανό. Επειδή η δυστυχία αδερφώνει τους ανθρώπους, τραβά η φάλαγγα ολόισα προς τον όμιλο εκείνο.

Σαν ανέβηκαν στην κορφή του λόφου, είδαν έτοιμη θρακιά.

Εκεί γύρω στη φωτιά είναι συγκεντρωμένο ένα τμήμα του 26ου συντάγματος, που υπερασπιζόταν το φρούριο Λίσσε και είχε τσακίσει ολόκληρη μεραρχία Αλπίνων.

Να ο διοικητής περιστοιχισμένος από τους βαθμοφόρους. Να ο αρχιμανδρίτης, που βάζει τα ιερά άμφια.

– Θα λειτουργηθούμε, λέει κάποιος, και η ιδέα πως θα επικοινωνήσουν με τα θεία τούς παρηγορεί.

Βγάζουν τα πηλήκιά τους, σταυροκοπιούνται κι ακούνε με κατάνυξη τις ευχές που αρχίζει να ψάλλη ο παπάς. ̔Ύστερα προβάλλει στο κέντρον ο υπασπιστής κρατώντας τη σημαία του συντάγματος.

Την ξεσκεπάζει και την αφήνει ελεύθερη στο ελαφρό αεράκι, ατίμητο μνημείο δοξασμένων αγώνων.

Αυτή είναι η σημαία, η ίδια, που τον Αύγουστο του 1922, όταν το 26ον σύνταγμα κυκλώθηκε στην κοιλάδα του Αλή-Βεράν της Μικράς Ασίας, την άρπαξεν ο τότε συνταγματάρχης του και παρασύροντας τους λεβέντες του σε παράφορη έξοδο κατόρθωσε να διασπάση τον τουρκικό κλοιό και να σώση το σύνταγμά του, χωρίς όμως ο ίδιος να επιζήση από το θρυλικό κατόρθωμα, γιατί, όπως η σημαία του, έτσι κι αυτός είχε κατατρυπηθή από σφαίρες και ξεψύχησε κρατώντας στα χέρια του αυτό το κουρελιασμένο πανί.

– Προσοχή! διατάζει ο διοικητής.

Οι φαντάροι τεντώνουν τα κουρασμένα κορμιά τους, οι αξιωματικοί κάνουν το σχήμα. Ο υπασπιστής τότε κατεβάζει το ιερό λάβαρο στη φωτιά, ενώ ο παπάς ευλογεί αυτόν τον υπερήφανο πολεμικόν οδηγό. Το μετάξι αργεί να καή, γίνεται στάχτη σιγά, πολύ σιγά.

Το θέαμα της γαλανόλευκης που εξαφανίζεται κάνει τους παρόντας να ριγήσουν. Ούτε ένας αξιωματικός δεν έμεινεν αδάκρυτος. Οι φαντάροι, καθώς αντικρίζουν τους φρουράρχους τους, ψημένους πολεμιστές, να κλαίνε, τους θαυμάζουν ακόμη περισσότερο και ξεσπάν τα παιδιάτικα στόματά τους σε λυγμούς κι αναφλητά.

Μα το κλάμα το διακόπτει ο αρχιμανδρίτης.

– Σηκώστε το χέρι να ορκισθήτε, τους λέει.

Τον υπακούουν, κι εκείνος αρχίζει:

– Ορκίζομαι…

– Ορκίζομαι…

– Ότι δεν θα ησυχάσω…

– Ότι δεν θα ησυχάσω…

– Ότι θα δώσω το αίμα μου…

– Ότι θα δώσω το αίμα μου…

– Διά να εκδικηθώ και να ελευθερώσω την πατρίδα…

– Διά να εκδικηθώ και να ελευθερώσω την πατρίδα! βροντοφωνούν αξιωματικοί και στρατιώτες.

Ο όρκος αυτός φουσκώνει από νέα όνειρα τις πονεμένες τους καρδιές. Κι όταν ξαναπαίρνουν το δρόμο των Σερρών, αισθάνονται σαν ζωογονημένοι. Τώρα έχει βρη πάλι σκοπό η ζωή τους.

*Το ανωτέρω κείμενο του Χρήστου Ζαλοκώστα, το οποίο περιλαμβάνεται στα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» της Α’ Γυμνασίου (ΟΕΔΒ, Αθήνα 1963), είναι αφιερωμένο στη μνήμη των ανδρών που, μένοντας σταθεροί στις αρχές τους μέχρις εσχάτων, έχασαν τη ζωή τους στα βορειοανατολικά σύνορα της χώρας μας τέτοιες μέρες πριν από 80 χρόνια.

Ως γνωστόν, την ξακουστή Μάχη των Οχυρών, την εποποιία των αδάμαστων φρουρών της Γραμμής Μεταξά, που έλαβε χώρα από τις 6 έως τις 10 Απριλίου 1941, περιγράφει διά μακρών ο συρρακιώτης λογοτέχνης, ιστορικός και πολιτικός Χρήστος Ζαλοκώστας (1896-1975) στο συγγραφικό έργο του «Ρούπελ» (εκδόσεις «Εστία»).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο