Ποικίλλουν οι λόγοι για τους οποίους μπορεί κάποια ή κάποιος να επιλέξει να «κόψει» το σεξ. Γιατί, ναι, κόβεται κι αυτό. Είναι φυσιολογικό να είσαι άγαμος ή άγαμη; Τι είδους φιλοσοφία και στάση ζωής μπορεί να αφορά;

Μια νέα γυναίκα, η Paula McLain, έγραψε για την έλευση της αγαμίας στην ζωή της,μια ζωής σπαρμένης από τραύματα. Το κείμενό της δημοσιεύτηκε στους New York Times, το βρήκαμε πολύ ενδιαφέρον, εύθραστο και συγκινητικό, οπότε το μεταφράσαμε για εσάς.

«Έτσι ασπάστηκα την Αγαμία»

Πριν από είκοσι μήνες, πήρα τον όρκο της αγαμίας που δεν είχε καμία σχέση με τη θρησκεία. Μόλις βγήκα από μια διετή σχέση που είχε τελειώσει κάπως περίεργα και ένιωθα εξαντλημένη ψυχικά. Οι μικρές σχέσεις που άρχισα να συνάπτω μου φαίνονταν  τόσο παρόμοιες και κουραστικά επαναλαμβανόμενες.

Αποτυχημένοι γάμοι και σχέσεις, δράματα, η ελπίδα και η ευφορία των πρώτων συναντήσεων που σύντομα καταρρέουν, οι αμφιβολίες, οι συγκρούσεις. Έπειτα, τα γραπτά μηνύματα γεμάτα ένταση κι ανησυχία, η αγωνία αν θα αρέσουμε ή αν θα κάνουμε καλό σεξ…

Ήμουν κουρασμένη, πάνω απ ‘όλα, από τις φωνές στο μυαλό μου που μου έλεγαν ότι αυτό που έπρεπε να κάνω ήταν να προσπαθήσω ξανά με το επόμενο, το σωστό άτομο, το οποίο βρισκόταν κάπου εκεί έξω.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, κάτι είχε αλλάξει. Όταν το τοπίο καθάρισε, είδα ότι είμαι χαμένη και μπερδεμένη και ότι καμία αγάπη, ανεξάρτητα από το πόσο βαθιά, δεν θα με βοηθούσε να βρω το δρόμο μου.

Ήμουν σε αυτό το άκρο για πολύ καιρό, απελπισμένη να βρω κάποιον για να με σώσει. Έτσι ένιωθα και μικρό κορίτσι, 5 ετών, όταν, μαζί με τις δύο αδερφές μου, σταλθήκαμε σε μια οικογένεια, από το ορφανοτροφείο.

Ήμουν ένα κοκαλιάρικο, με σγουρά μαλλιά, ήσυχο κορίτσι, είχα ήδη μάθει να διαβάζω τους «μεγάλους» και να τους αποκρυπτογραφώ, ώστε να μην τους δυσαρεστώ ποτέ. Ήξερα ότι κάθε κατάσταση, όσο δύσκολη και να φαινόταν, πάντα μπορούσε να γίνει χειρότερη.

Οι αδερφές μου, που ήταν 3 και 7, πρέπει να αντιμετωπίζουν παρόμοια θέματα. Αλλά περιέργως δεν μιλήσαμε ποτέ η μία στην άλλη για το τι μας συνέβαινε σε αυτό το σπίτι ή για οτιδήποτε είχε ήδη συμβεί στις ζωλες μας. Όχι για το πώς η μητέρα μας μας εγκατέλειψε, μην λέγοντας ούτε αντίο. Όχι για τον βίαιο πατέρα μας. Όχι για τον κοινωνικό λειτουργό μας, ο οποίος ήταν σχεδόν απών από τις ζωές μας-τον είχαμε δει μόνο μια φορά.

Κάναμε κάτι κακό; Δεν ήμασταν αρκετά καλές και σωστές εμείς; Κανείς δεν μας το απάντησε αυτό και ούτε ρωτήσαμε ποτέ κανέναν. Απλώς, δίναμε συνεχώς τις μάχες μας, χωρίς κλάματα και παράπονα, σαν στρατιωτάκια.

Υπήρχε ένας άπειρος αριθμός κανόνων στη νέα μας κατάσταση, τους οποίους ακολουθήσαμε χωρίς αμφιβολία. Χωρίς καθιστικό στα έπιπλα, χωρίς φαγητό ή νερό μετά τις 5 μ.μ., χωρίς δυνατές φωνές. Οι σχολικές μου αναμνήσεις είναι θολές. Θυμάμαι μέρες στο σπίτι, άκαμπτες και κρύες, όπως το πλαστικό περίβλημα στις καρέκλες και τους καναπέδες. Η γυναίκα μας έλεγε απλώς να παίξουμε έξω και μετά να κλειδώσουμε την πόρτα πίσω μας.

Τη νύχτα, μοιραζόμουν ένα κρεβάτι με τη μικρότερη αδερφή μου. Κουλουριαζόμασταν η μία στην αγκαλιά της άλλης σαν κουτάβια, τρίβοντας τα πόδια μας μαζί πάνω στο στρώμα για να ηρεμήσουμε- αυτή είναι η παλαιότερη κοινή μας συνήθεια.

Μερικές νύχτες δεν συνέβαινε τίποτα. Άλλες νύχτες θα ξυπνούσα από μια σκοτεινή φιγούρα στην πόρτα, αυτήν του «πατριού» μας. Και τότε θα εξαφανιζόμουν μέσα μου, μόλις που θα ανέπνεα. Πάγωνα.  Με αποτραβούσε από την αδερφή μου και ασελγούσε επάνω μου-εγώ ένιωθα πως βρισκόμουν κάπου εκτός του σώματός μου. Νόμιζα ότι απλώς έβλεπα εφιάλτη ή υπνοβατούσα.

Τα παιδιά ανήκουν άραγε ποτέ στον εαυτό τους; Εγώ πάωτς όχι. Ήμουν ένα πιόνι, βρισκόμουν εκεί για να μετακινηθώ, να θυσιάσω. Οι ενήλικες, και ιδιαίτερα οι φροντιστές μου, μου φαίνινταν  είτε αδιάφοροι είτε επικίνδυνοι είτε και τα δύο. Δεν υπήρχε καταφύγιο και τόπος ασφαλής άλλος από το ίδιο μου το μυαλό, μες στους λαβθυρίνθους του οποίου έβρισκα λίγη παρηγοριά.

Μετά από δύο χρόνια, αφήσαμε τελικά αυτήν την οικογένεια. Ήμουν 7. Ήμουν τόσο μικρή, πολύ μικρή, αλλά όπως μου είπε κάποτε ένας θεραπευτής: «Το σώμα δεν ξεχνά ποτέ». Το τραύμα μας μένει για πάντα, αφήνει αποτύπωμα.

Μας απομάκρυναν από την οικογένεια εκείνη, επειδή κατά κάποιον τρόπο είχα βρει το θάρρος να μιλήσω, λέγοντας στη σύζυγο, ψιθυριστά σχεδόν, για την κακοποίηση που είχε συμβεί. Αν και δεν με πίστεψε, ούτε με στήριξε, λίγο αργότερα κάλεσε τον κοινωνικό λειτουργό μας για να του πει ότι δεν μπορούσε να μας φροντίσει πια. Μας πήγαν σε ένα άλλο ανάδοχο σπίτι, και μετά σε ένα άλλο, καθένα από αυτά ήταν σαφώς λιγότερο αποτρόπαιο, αλλά όχι χωρίς τραύματα και σημάδια.

Στα 18 μου, το μόνο που ήθελα ήταν να ανακαλύψω τον εαυτό μου το συντομότερο δυνατό. Όποιο και  αν ήταν αυτό το κοριτσάκι που υπήρξα, δεν ήθελα να είμαι αυτό πια.

Έσπασα τους δεσμούς με την τελευταία ανάδοχη οικογένειά μας, που μας μεγάλωσε τα τελευταία δέκα χρόνια, καθώς και τη βιολογική μας οικογένεια, τη γιαγιά, τα ξαδέλφια, τις θείες και τους θείους που είχαμε δει λιγότερο συχνά όλα αυτά τα χρόνια. Τα άφησα όλα να καίγονται χωρίς να κοιτάζω πίσω μου, αποφασίζοντας να μην λέω ποτέ σε κανέναν στη νέα μου ζωή πώς μεγάλωσα.

Έκανα την εγγραφή μου στο κοινοτικό κολέγιο, το μόνο που μπορούσα να καταφέρω ακόμα και να το ονειρευτώ. Επίσης, νοίκιασα ένα διαμέρισμα με τις αδελφές μου. Ζούσαμε με τους οριακά βασικούς μισθούς μας, πολύ κάτω από το όριο της φτώχειας, αλλά ανήκαμε μόνο στους εαυτούς μας.

Κάθε Σαββατοκύριακο, πηγαίναμε χορό, πίνοντας βότκα Collins  και εγώ, μερικές φορές, πήγα σπίτι με αγνώστους, λέγοντας στον εαυτό μου ότι μου άρεσε το σεξ. Πραγματικά, όμως, ένιωθα συχνά τον εαυτό μου να γλιστρά έξω και μακριά από το σώμα μου και να πηγαίνω κάπου αλλού κατά τη διάρκεια της πράξης. Ήμουν απούσα.

Μερικές φορές θα ξεσπούσα ίσως στα δάκρυα ή θα πλημμύριζα με οργή, ίσως αντιστεκόμουν καθυστερημένα με έναν τρόπο που δεν είχα ως παιδί. Και σε αυτές τις στιγμές, θα ένιωθα ντροπιασμένη, ανίκανη να εξηγήσω στον παρτενέρ μου αυτό που πραγματικά συνέβαινε, ούτε καν κάποιον που νοιαζόμουν, έναν φίλο ή αργότερα τον σύζυγό μου.

Φοβόμουν το σεξ, κάποιες φορές, με μπέρδευαν και οι άντρες, έμοιαζε να θέλω συνεχώς να ξεφεύγω. Έτσι κύλησε  το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου, εν μέσω γάμου και διαζυγίου, μητρότητας και μιας επιτυχημένης καριέρας. Είναι το σκοτεινό σχήμα που βρίσκεται για πάντα στο παρασκήνιο, με παρακολουθεί σαν τη δική μου σκιά, με οδηγεί να αναζητήσω ό, τι δεν είναι δυνατό να προσεγγιστεί και να βρεθεί.

«Θέλω απλώς να κάνω κάποια άλλη συμφωνία με το σύμπαν», είπα στον θεραπευτή μου όταν πήρα την απόφαση να ορκιστώ αγαμία.  «Νιώθω ότι παλεύω στον ίδιο πόλεμο ξανά και ξανά. Και τα όπλα είναι όλα στραμμένα προς το μέρος μου. »

Μερικές φορές νιώθω σαν να είμαι σπασμένη και πάντα θα είμαι, αλλά πρέπει να υπενθυμίσω στον εαυτό μου ένα ουσιαστικό γεγονός: Δεν έσπασα εγώ τον εαυτό μου. Ίσως δεν μπορώ να τον επιδιορθώσω πλήρως, αλλά το πρώτο βήμα πρέπει να είναι να προσπαθήσω να με αγαπήσω όπως είμαι, αν και αυτό φαίνεται συχνά ως το πιο δύσκολο έργο όλων.

Θέλω να κουβαλήσω το βάρος της ύπαρξής μου, να διεκδικήσω τις εμπειρίες της ζωής μου, τις πληγές του πολέμου μου, αντί να εύχομαι να είχα κάποια άλλη ιστορία. Νιώθω μοναξιά τώρα και μετά σε αυτό, το δεύτερο έτος της αυτοεπιβαλλόμενής μου αγαμίας, αλλά δεν είμαι μόνη μου.

Όλοι κουβαλάμε κάτι. Στη γειτονιά μου, συχνά βρίσκω τον εαυτό μου να κοιτάζει πάνω και κάτω στο δρόμο με σχεδόν ιερό τρόπο, γνωρίζοντας ότι πολλοί από τους άνδρες και τις γυναίκες που ανεβαίνουν σε λεωφορεία ή κάθονται καλυμμένοι σε καφετέριες έχουν επίσης υποστεί βλάβη από σεξουαλική κακοποίηση ή είχαν παρόμοια οδυνηρά τραύματα.

Θαυμάζω πόσο όμορφοι είμαστε όλοι, πόσο ανθρώπινοι. Και μετά πηγαίνω στο σπίτι μου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο