Γράφει η Βάσω Μιχοπούλου

Σύμφωνα με τον Γουίλιαμ Σαίξπηρ: «Ό, τι είναι παρελθόν, είναι πρόλογος». Αυτό φαίνεται πως το γνωρίζει καλά η ομάδα του ερευνητικού προγράμματος «Τυποσκόπιο 1821» του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία «βούτηξε» στο παρελθόν για να προχωρήσει την ιστορική έρευνα στο μέλλον. Συγκεκριμένα, η ομάδα με την επιστημονική επίβλεψη και καθοδήγηση της επίκουρης καθηγήτριας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας Νάσιας Γιακωβάκη, εδώ και καιρό, και εν τέλει σε συνθήκες καραντίνας, μελέτησε και αποδελτίωσε δημιουργικά τις τέσσερις εφημερίδες που ξεκίνησαν να εκδίδονται στην Ελλάδα το 1824 και το 1825 και που κυκλοφόρησαν στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, για να δημιουργήσει πολύτιμα ευρετήρια-εργαλεία έρευνας, ένα από τα οποία (τα τοπωνύμια) δημοσιοποίησε πρόσφατα μαζί με την έναρξη του επετειακού έτους για τη συμπλήρωση των 200 χρόνων από το 1821.

«Έχοντας ως αφετηρία το γεγονός ότι πλέον τα σώματα των εφημερίδων είναι διαθέσιμα και ηλεκτρονικά στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Βουλής σκεφτήκαμε να αξιοποιήσουμε αυτό το μοναδικό, αλλά έως πρόσφατα δυσπρόσιτο υλικό, ώστε να διευκολύνουμε την ιστορική έρευνα για την Ελληνική Επανάσταση. Έτσι, δημιουργήσαμε για ερευνητές αλλά και για το ενδιαφερόμενο κοινό ένα σύγχρονο ερευνητικό εργαλείο επιστημονικής αξιοποίησης των ελληνικών εφημερίδων-σημαντικών τεκμηρίων της εποχής, που δεν είχαν ακόμη τίτλους ή τάξη στα περιεχόμενά τους και στηρίζονταν σε έναν συντάκτη και σε ανώνυμους συχνά συνεργάτες.

Ταυτόχρονα καθιστούμε ορατό και προσπελάσιμο τον συναρπαστικό γεωγραφικό ορίζοντα των επαναστατικών χρόνων στην πιο μικρή κλίμακα (οχυρές θέσεις και οικισμούς της μαχόμενης Ελλάδας), αλλά και στη μέγιστη (υπερπόντιες ή διηπειρωτικές αναφορές)», εξηγεί η κα. Γιακωβάκη διευκρινίζοντας πως χωρίς να αγνοούνται οι προηγούμενες ολιγοσέλιδες ειδησεογραφικές δραστηριότητες της πρώτης φάσης (1821-1822), τα ευρετήρια του «Τυποσκόπιου 1821» τα οποία περιέχουν 3.000 λήμματα αφορούν τις εφημερίδες  κατά σειρά κυκλοφορίας: “Ελληνικά Χρονικά”, “Φίλος του Νόμου”, “Εφημερίς Αθηνών” και “Γενική Εφημερίς της Ελλάδος”.

Τα ευρετήρια ως οδηγοί για τη μελέτη παλαιών τυπογραφικών

Το καινοτόμο αυτής της ερευνητικής δράσης, που συνδυάζει μια κλασική ιστορική τεκμηριωτική εργασία (τα ευρετήρια των τοπωνυμίων εν προκειμένω) με τη δημοσιοποίησή τους στο διαδίκτυο, είναι η ανοικτή πρόσβαση στο ερευνητικό αυτό προϊόν. Σύμφωνα με την κα. Γιακωβάκη τα τυπογραφικά παλαιωμένων αντιτύπων έχουν μεν διασωθεί και διαχυθεί σε κάθε ενδιαφερόμενο, αφού μικροφωτογραφήθηκαν και σαρώθηκαν ηλεκτρονικά, αλλά δεν είναι αναζητήσιμα, καθώς είναι μόνο ψηφιακές εικόνες: «Ο ιστοτόπος “Τυποσκόπιο1821” μαζί με το αποδελτιωμένο υλικό, τα ευρετήρια τοπωνυμίων και τους πίνακες κυκλοφορίας, προσφέρει μια σύντομη, αλλά ελπίζουμε, μεστή εισαγωγή στην ιστορία του ελληνικού Τύπου στα χρόνια της Επανάστασης, που είναι ένα θέμα σχετικώς άγνωστο ή παραμελημένο.

Η γνωριμία με τις εφημερίδες της Επανάστασης ξαφνιάζει ευχάριστα το σημερινό ενημερωμένο κοινό γιατί ανανεώνει τη ματιά του προς την Επανάσταση και τα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά της γνωρίσματα απομακρύνοντάς το από παλαιότερες απλοϊκές εικόνες του Αγώνα, ή της εποχής (π.χ. σκεφτόμαστε εικόνες περί κρυφών σχολειών, αντί εικόνες για τον δυναμισμό και την εξάπλωση των ελληνικών σχολείων και σχολών), που υπερτόνιζαν τις υπαρκτές διαφορές με τη “πολιτισμένη, προηγμένη” Ευρώπη», επισημαίνει η ελληνίδα ιστορικός, συμπληρώνοντας πως η  παρουσία του Τύπου εμπλουτίζει επίσης τις εικόνες μας για τα μοντέρνα στοιχεία που συνυπήρχαν με τη “σκλαβιά και την αγραμματοσύνη” των αγροτικών πληθυσμών ή και των ανυπότακτων λαϊκών ενόπλων της “πρωτόγονης επανάστασης”.

«Ο Τύπος στην Επανάσταση, είναι οργανικό μέρος της νέας πολιτικής οντότητας που αυτή δημιουργεί ή αλλιώς αποτελεί τη συμπληρωματική όψη μιας κοινωνίας που θέλει να επικρατεί ο νόμος διαθέτοντας -έστω στα χαρτιά- σύνταγμα, μιας κοινωνίας που στηρίζεται στην αρχή της δημοσιότητας και της ελευθερίας του λόγου», αναλύει η κα. Γιακωβάκη υπογραμμίζοντας πως δεν πρόκειται για καινοτομία που εισάγεται από την Επανάσταση, καθώς οι εφημερίδες είναι μάλλον ένα ώριμος καρπός του έντυπου ελληνικού πολιτισμού, που έχει πίσω του πολλούς αιώνες επιχειρηματικής, εκπαιδευτικής, πολιτιστικής και ειδησεογραφικής παρουσίας και κυκλοφορίας μεταξύ των Ελλήνων και των ελληνόφωνων εντός και εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για αυτό, ερευνητικό ενδιαφέρον έχουν εξίσου τόσο το τι προηγείται (οι ελληνικές δημοσιογραφικές περιπέτειες που προσελκύουν ένα αναγνωστικό κοινό πριν την επανάσταση), όσο και το περιβάλλον του ελληνικού τύπου, δηλαδή το διεθνές πλαίσιο μέσα στο οποίο παρατηρείται, με όρους μάλιστα «επαναστατικούς» στην Αμερική αλλά και στη Γαλλία, η άνοδος του Τύπου, του δαιμόνιου αυτού δημιουργήματος του έντυπου πολιτισμού, που θα μετεξελιχθεί σύντομα στο πρώτο μαζικό μέσο επικοινωνίας.

Ο Τύπος κατά την Ελληνική Επανάσταση

Σύμφωνα με το «Τυποσκόπιο 1821», με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης ξεκινά και η ιστορία του Τύπου στα χρόνια του Αγώνα, το καλοκαίρι του 1821 στην Καλαμάτα. Ήδη το ελληνικό κοινό, από το 1791 τουλάχιστον, είχε εξοικειωθεί αρκετά με τον ειδησεογραφικό και φιλολογικό περιοδικό Τύπο. Η ίδια η λέξη «εφημερίδα», για το έντυπο περιοδικό ειδησεογραφικό φύλλο, έχει την καταγωγή της στην “Εφημερίδα” των αδερφών Μαρκίδων Πούλιου (Βιέννη, 1791-1797) από τη Σιάτιστα. Ωστόσο, η καθιέρωσή του, για ποικίλους λόγους, δεν υπήρξε εφικτή, παρά μόνο κατά το 1824, το οποίο, σύμφωνα με την αείμνηστη ιστορικό Αικατερίνη Κουμαριανού, σηματοδότησε την ελληνική δημοσιογραφία. Από το 1824 και μετά ξεκινά η έκδοση και η κυκλοφορία εφημερίδων σε τέσσερεις διαφορετικές πόλεις της επαναστατημένης επικράτειας, οι οποίες αποτυπώνουν τη σύγχρονη πολιτική ζωή, υπακούοντας στη νέα αρχή της ελευθερίας του τύπου, που είχε ήδη διατυπωθεί στο Σύνταγμα του 1823. Μάλιστα δύο εξ αυτών αναλαμβάνουν διαδοχικά τον ρόλο της επίσημης εφημερίδας της διοίκησης. Πρόκειται για εφημερίδες με σταθερή έκδοση και διάρκεια που εκδίδονται τακτικά η μία μετά την άλλη, οι τρεις μέσα στο 1824 και η τέταρτη το 1825 και που παραμένουν σε κυκλοφορία τουλάχιστον μέχρι το 1827.

Η πρώτη από τις τέσσερις έντυπες εφημερίδες του Αγώνα, τα “Ελληνικά Χρονικά”, εκδίδεται την Πρωτοχρονιά του 1824 από τον Ελβετό φιλέλληνα Ιωάννη Ιάκωβο Μάγερ στο Μεσολόγγι και κυκλοφορεί δυο φορές την εβδομάδα μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου, σε δίστηλη, τετρασέλιδη και ορισμένες φορές οκτασέλιδη μορφή και σε διαστάσεις 24,5 x 20 εκ. Μέσα στις σελίδες της αποτυπώνεται η δραματική και επιδεινούμενη κατάσταση της πολιορκίας, τις τελευταίες εβδομάδες μέχρι την Έξοδο, με  κάποιες διακοπές και αταξία ως προς την περιοδικότητα. Δυο μήνες αργότερα, στις 10 Μαρτίου 1824 εκδίδεται από τον Ιταλό φιλέλληνα Ιωσήφ Κιάππε στην Ύδρα η εφημερίδα “Ο Φίλος του Νόμου”, η οποία κυκλοφορεί μέχρι τις 27 Μαΐου 1827 και από την έκδοση του 12ου φύλλου (στις 25 Απριλίου του 1824) μέχρι την έκδοση του 149ου φύλλου (στις 2 Οκτωβρίου του 1825), αποτελεί την επίσημη εφημερίδα της Διοικήσεως και της Νήσου Ύδρας. Η εφημερίδα εκδίδεται δυο φορές τη βδομάδα, κάθε Δευτέρα και Παρασκευή, σε δίστηλη, τετρασέλιδη και ενίοτε εξασέλιδη μορφή με διαστάσεις 25×18 εκ.

Στις 20 Αυγούστου του 1824 ξεκινά να εκδίδεται στη Σαλαμίνα η “Εφημερίς των Αθηνών”, η οποία από τον Σεπτέμβριο του 1824, αλλάζει έδρα και κυκλοφορεί από την Αθήνα με βασικό συντάκτη τον λόγιο, πολιτικό και απομνημονευματογράφο Γεώργιο Ψύλλα. Κατά το πρώτο έτος κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη και Σάββατο και στη συνέχεια κάθε Τρίτη και Παρασκευή, ενώ κατά το δεύτερο έτος έχει ασταθή περιοδικότητα. Είναι δίστηλη, τετρασέλιδη, και ορισμένες φορές εκδίδονται διπλά φύλλα με παράρτημα που φτάνει τις έξι σελίδες. Ωστόσο, η κυκλοφορία της διακόπτεται απότομα στις 15 Απριλίου του 1826, μεσούσης της πολιορκίας του Μεσολογγίου από τον Κιουταχή.

Η τελευταία εφημερίδα του Αγώνα, η “Γενική Εφημερίς της Ελλάδος” εκδίδεται τον Οκτώβριο του 1825 στο Ναύπλιο (τότε έδρα της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου), τετρασέλιδη ή ενίοτε δίστηλη, δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή ή Σάββατο σε διαστάσεις της 29×22 εκ. και κυκλοφορεί μέχρι τον Μάρτιο του 1832. Αποτελεί την επίσημη εφημερίδα της Διοίκησης υπό τη διεύθυνση του Έλληνα διδάσκαλου του Γένους και κορυφαίου νεοέλληνα διαφωτιστή, αγωνιστή της Ελληνικής Επανάστασης, λόγιου κληρικού και πρωτοπόρου εφημεριδογράφου, Θεόκλητου Φαρμακίδη, κατά κόσμο Θεοχάρη Φαρμακίδη, ο οποίος ήταν παλαιός συντάκτης της βραχύβιας  “Ελληνικής Σάλπιγγος” και επί σειρά ετών του “Λόγιου Ερμή”. Η περίοδος Φαρμακίδη που συμπίπτει με την πρώτη και δημιουργική φάση της εφημερίδας, διαρκεί έως και την παραίτησή του, στις 4 Ιουνίου του 1827, ημερομηνία που ευρετηριάζεται στο «Τυποσκόπιο 1821».

Τι περιέχει το «Τυποσκόπιο 1821»

Στο ερευνητικό έργο «Τυποσκόπιο 1821» που γεννήθηκε το 2014 και εξελίχθηκε στο πλαίσιο της διδακτικής και ερευνητικής δραστηριότητας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ συμμετείχαν έως σήμερα πάνω από 30 προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές του τμήματος, έχοντας έναν διπλό στόχο: «Αφενός ήταν η εκπαίδευση στην τεκμηρίωση και στην έρευνα και η τριβή με πρωτογενές έντυπο υλικό ως μέσο ιστορικής εκπαίδευσης για την εποχή της Επανάστασης και αφετέρου η ολοκλήρωση ενός τεκμηριωτικού έργου ανοικτής πρόσβασης σε κάθε ενδιαφερόμενο», εξηγεί η επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, διευκρινίζοντας πως αρχικά οι αποδελτιώσεις αφορούσαν αποκλειστικά τα κύρια ονόματα, πρόσωπα και τόπους, στα οποία αργότερα προστέθηκαν τα  ονόματα πλοίων, ελληνικών και ξενόγλωσσων, τα ονόματα εφημερίδων και  τα ονόματα ελληνικών, φιλελληνικών και άλλων συλλόγων/εταιρειών. Εκτός από τα τέσσερα ευρετήρια των τοπωνυμίων που παρουσιάστηκαν πρόσφατα, όλο το υπόλοιπο υλικό βρίσκεται σε στάδιο επεξεργασίας διότι η ενοποίηση των καταλόγων, οι ταυτίσεις και ο επανέλεγχος παρουσιάζουν σοβαρά και χρονοβόρα προβλήματα.

Σε αυτή τη συμβολική στιγμή συμπλήρωσης των 200 ετών από το 1821, το έγκυρο επιστημονικά πληροφοριακό υλικό του «Τυποσκοπίου 1821», τα ευρετήρια συνδυαστικά με τα ψηφιοποιημένα σώματα των εφημερίδων, εκτός από ένα αξιόπιστο βοήθημα για εξειδικευμένες επιστημονικές έρευνες αναφορικά με την Ελληνική Επανάσταση, μπορούν να εμπνεύσουν για νέες ιστορικές αναζητήσεις ή να αποτελέσουν ένα χρήσιμο εκπαιδευτικό εργαλείο για μαθήματα τοπικής και γενικής ιστορίας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, για τον εμπλουτισμό ερευνών τοπικού ενδιαφέροντος και τη βελτίωση της «πατριδογνωσίας» σε δημοτικό και περιφερειακό επίπεδο, καθώς και για τη δημιουργία δράσεων τοπικού ενδιαφέροντος σε αρχεία, μουσεία και βιβλιοθήκες στις περιοχές που εντοπίζονται στα λήμματα των ευρετηρίων.

Πηγή: http://lab-com.pspa.uoa.gr/typoskopio1821.html

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο